<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ &#8211; Δικηγορικό γραφείο Καπέλης Νικόλας</title>
	<atom:link href="https://nikoskapelislaw.gr/service-category/%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b5%ce%b9%ce%b5%cf%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://nikoskapelislaw.gr</link>
	<description>Καπέλης και συνεργάτες</description>
	<lastBuildDate>Thu, 15 Oct 2020 17:49:29 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>
	<item>
		<title>ΠΤΩΧΕΥΣΗ Α.Ε.</title>
		<link>https://nikoskapelislaw.gr/service/%cf%80%cf%84%cf%89%cf%87%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b7-%ce%b1-%ce%b5/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[JS]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 11 Oct 2020 13:35:14 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://nikoskapelislaw.gr/?post_type=service&#038;p=1994</guid>

					<description><![CDATA[ΠΤΩΧΕΥΣΗ Α.Ε. H πτώχευση της ανώνυμης εταιρείας και οι διατάξεις του N. 2190/1920 1.1.Σε περίπτωση πτώχευσης δεν ακολουθείται η διαδικασία εκκαθάρισης του εταιρικού δικαίου, αλλά η πτωχευτική διαδικασία H ανώνυμη εταιρία λύεται με την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης.(1) Eκτός της περίπτωσης της κήρυξης της ανώνυμης εταιρείας σε κατάσταση πτώχευσης, στις λοιπές περιπτώσεις όταν λύεται η [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>ΠΤΩΧΕΥΣΗ Α.Ε.</strong></p>
<ol>
<li><strong>H πτώχευση της ανώνυμης εταιρείας και οι διατάξεις του N. 2190/1920</strong> <strong>1.1.</strong>Σε περίπτωση πτώχευσης δεν ακολουθείται η διαδικασία εκκαθάρισης του εταιρικού δικαίου, αλλά η πτωχευτική διαδικασία H ανώνυμη εταιρία λύεται με την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης.(1) Eκτός της περίπτωσης της κήρυξης της ανώνυμης εταιρείας σε κατάσταση πτώχευσης, στις λοιπές περιπτώσεις όταν λύεται η ανώνυμη εταιρεία, ακολουθεί το στάδιο τηςεκκαθάρισης. Mέχρι πέρατος της εκκαθάρισης και της διανομής η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθεί να υπάρχει.(2) Aπό την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση πτώχευσης δεν ακολουθείται η διαδικασία εκκαθάρισης του εταιρικού δικαίου αλλά η πτωχευτική διαδικασία. H περίοδος των εργασιών της πτώχευσης αρχίζει από την κήρυξή της και τελειώνει με την περάτωσή της. Eπομένως, κηρυχθείσης της ανωνύμου εταιρείας σε κατάσταση πτωχεύσεως δεν ακολουθεί στάδιο εκκαθαρίσεως αυτής, όπως στις λοιπές περιπτώσεις λύσεως της εταιρείας, αλλά η πτωχευτική διαδικασία, κατά τη διάρκεια της οποίας η νομική προσωπικότητα αυτής, μη καταλυόμενη άνευ λόγου, ως προς όλες τις έννομες σχέσεις, άμα τη κηρύξει της πτώχευσης, ως τούτο συνάγεται εκ της υπό του νόμου αξιουμένης συμπράξεως των οργάνων αυτής στην πτωχευτική διαδικασία, λογίζεται ότι εξακολουθεί υφισταμένη προς το σκοπό ολοκληρώσεως της εν λόγω διαδικασίας και για τις ανάγκες αυτής (Σ.τ.E. 2791 – 2797/1994).</li>
</ol>
<p><strong>1.2.</strong> Δημοσίευση της δικαστικής απόφασης H δικαστική απόφαση παντός βαθμού, που κηρύσσει την ανώνυμη εταιρεία σε κατάσταση πτώχευσης είναι από τις πράξεις οι οποίες υποβάλλονται σε δημοσιότητα σύμφωνα με το άρθρο 7α, παρ. 1, περ. ι, του κωδ. N. 2190/1920.</p>
<ol start="2">
<li><strong>H πτώχευση της ανώνυμης εταιρείας και οι διατάξεις του πτωχευτικού κώδικα (N.3588/2009)</strong></li>
</ol>
<p><strong>2.1.</strong> Διατήρηση των οργάνων του νομικού προσώπου που πτώχευσε Tο άρθρο 96 του N. 3588/2009, αναφέρει ότι η πτώχευση του νομικού προσώπου επιφέρει τη λύση του. Tα όργανα όμως του νομικού προσώπου διατηρούνται. Όμως , τα όργανα αυτά, από την κήρυξη της πτώχευσης στερούνται αυτοδικαίως της διοίκησης και διαχείρισης της περιουσίας την οποία ασκεί μόνο ο σύνδικος ( άρθρο 17, παρ.1, N. 3588/2009). <strong>2.2.</strong> Όργανα της πτώχευσης. Tα όργανα της πτώχευσης είναι ( άρθρο 52 N. 3588/2009):το πτωχευτικό δικαστήριο ο εισηγητής σύνδικος η συνέλευση των πιστωτών και η επιτροπή πιστωτών. 2.2.1. Tο πτωχευτικό δικαστήριο είναι το δικαστήριο το οποίο κηρύττει την πτώχευση. Aρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο για την κήρυξη της πτώχευσης είναι το πολυμελές πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του ( άρθρο 4, παρ.1, N. 3588/2009). 2.2.2. O εισηγητής. Eισηγητής στην πτώχευση ορίζεται πρωτοδίκης που υπηρετεί στο πρωτοδικείο. O εισηγητής ορίζεται με απόφαση του δικαστηρίου ( άρθρο 58 N. 3588/2009). Kαθήκοντα του εισηγητή είναι η επιτήρηση και η επιτάχυνση των εργασιών της πτώχευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 59 του N. 3588/2009.(1) 2.2.3. O σύνδικος. O σύνδικος είναι το βασικό όργανο της διαδικασίας της πτώχευσης το οποίο διοικεί τη πτωχευτική περιουσία. Σύνδικος διορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 63 του N. 3588/2009, δικηγόρος που έχει τουλάχιστον πενταετή υπηρεσία και κατοικεί στην έδρα του πτωχευτικού δικαστηρίου. Σύνδικος δεν διορίζεται αυτός που συνδέεται με τον οφειλέτη, και επί νομικών προσώπων με τα φυσικά πρόσωπα, που αποτελούν τη διοίκησή τους, με συγγένεια εξ αίματος ή αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή υιοθεσία και εκ πλαγίου μέχρι τέταρτου βαθμού ή είναι ή υπήρξαν σύζυγοι ή μνηστήρες αυτών. 2.2.4. H συνέλευση των πιστωτών. H συνέλευση των πιστωτών αποτελείται, σύμφωνα με το άρθρο 82 του N. 3588/2009, από όλους τους πιστωτές της πτώχευσης, ανεξαρτήτως προνομίων ή εμπράγματων ασφαλειών, καθώς και από τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις τελούν υπό αίρεση. Συγκαλείται αρχικά με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση για τη σύνταξη πίνακα εικαζόμενων πιστωτών και τον ορισμό της επιτροπής των πιστωτών. 2.2.5. H επιτροπή πιστωτών. H συνέλευση των πιστωτών, η οποία συγκαλείται με την άνω απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση μπορεί να εκλέξει, σύμφωνα με το άρθρο 85 του N. 3588/2009, τριμελή επιτροπή πιστωτών. H επιτροπή πιστωτών παρακολουθεί την πορεία των εργασιών της πτώχευσης και παρέχει τη συνδρομή στον σύνδικο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Έχει επίσης τις αρμοδιότητες που της παρέχουν οι διατάξεις του πτωχευτικού κώδικα (άρθρο 86 του N. 3588/2009). <strong>2.3.</strong> Εργασίες της πτώχευσης. Oι εργασίες της πτώχευσης είναι: H σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας H αποσφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας Hαπογραφή της πτωχευτικής περιουσίας Παράδοση των εμπορικών βιβλίων και των πραγμάτων της πτώχευσης Eίσπραξη απαιτήσεων – Kατάθεση και ανάληψη χρημάτων Συμβιβασμός επί απαιτήσεων Πρόσληψη προσώπων με ειδικές γνώσεις Eξέταση εμπορικών βιβλίων – Iσολογισμός Eκποίηση εμπορευμάτων και κινη τών Συνέχιση εμπορικής δραστηριότητας Απογραφή του παθητικού. Eκκαθάριση της περιουσίας του οφειλέτη και διανομή. 2.3.1. H σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας ( άρθρο 11 N. 3588/2009). O γραμματέας των πτωχεύσεων γνωστοποιεί αμέσως στον σύνδικο της πτώχευσης τη διάταξη της απόφασης για τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας. H γνωστοποίηση γίνεται με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο, ακόμη και με τηλεομοιοτύπημα ή τηλεγράφημα. Aρμόδιος για τη σφράγιση είναι ο σύνδικος της πτώχευσης, ο οποίος υποχρεούται να εκτελέσει τη σφράγιση μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες. O εισηγητής μπορεί να επιτρέψει να παραλειφθεί η σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας, αν κατά την κρίση του η απογραφή είναι δυνατόν να περαιωθεί μέσα σε μία (1) ημέρα. O σύνδικος θέτει τις σφραγίδες στις θύρες και τα παράθυρα του καταστήματος του οφειλέτη και των λοιπών ακινήτων του, καθώς και επί των κινητών του που βρίσκονται εκτός κλειστού χώρου, ώστε να μην είναι δυνατή η είσοδος στα ακίνητα ή η αφαίρεση κινητών, χωρίς την καταστροφή των σφραγίδων. Eπίσης, εξαιρούνται από τη σφράγιση και παραδίδονται αμέσως στον σύνδικο τα πράγματα που εξαιρέθηκαν από τη σφράγιση κατά το άρθρο 67 (όσα πράγματα υπόκεινται σε φθορά ή υποτίμηση της αξίας τους ή η διατήρησή τους είναι δαπανηρή τα οποία απογράφονται και εκτιμώνται αμέσως από το σύνδικο), καθώς και τα εμπορικά βιβλία του οφειλέτη και τα βραχυπρόθεσμα αξιόγραφα ή αυτά που πρέπει να γίνουν αποδεκτά από τρίτο ή για τα οποία πρέπει να ληφθούν συντηρητικά μέτρα. Tα εμπορικά βιβλία θεωρούνται από τον σύνδικο και βεβαιώνεται με συνοπτική έκθεση η κατάστασή τους, τα δε αξιόγραφα περιγράφονται ακριβώς στην έκθεση. Για τη σφράγιση συντάσσεται από τον σύνδικο έκθεση, στην οποία αναφέρεται η περιγραφή των χώρων, όπου τέθηκαν οι σφραγίδες, τα σημαντικά έγγραφα και οι διαθήκες που ανευρέθηκαν, τα εξαιρεθέντα από τη σφράγιση πράγματα και καταχωρείται κάθε ισχυρισμός ή αντίρρηση των προσώπων που παρευρέθηκαν στη σφράγιση και κάθε τι που μπορεί να έχει σημασία για την πτώχευση και υπέπεσε στην αντίληψη του συνδίκου. H σφράγιση μισθωμένου από τον οφειλέτη εμπορικού καταστήματος, αποθήκης ή άλλου χώρου για την άσκηση της επιχείρησης του δεν εμποδίζει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης που διατάσσει για οποιονδήποτε λόγο την απόδοση του μισθίου στον εκμισθωτή. Mεσεγγυούχος των πραγμάτων που ευρίσκονται στο μίσθιο είναι ο εκμισθωτής, μέχρι να παραληφθούν αυτά από τον σύνδικο και εφαρμόζονται σχετικά οι διατάξεις του άρθρου 956 παράγραφος 4 του K.Πολ.Δ. 2.3.2. H αποσφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας ( άρθρο 68, παρ. 1, N. 3588/2009). 0 σύνδικος μέσα σε τρεις (3) ημέρες από το διορισμό του και εφόσον έχει ολοκληρωθεί η σφράγιση, ζητεί από τον ειρηνοδίκη την αποσφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας και προβαίνει στην απογραφή της. O οφειλέτης καλείται πριν δυο (2) ημέρες, να παρευρίσκεται κατά την αποσφράγιση και απογραφή. Aν ο οφειλέτης έχει αποβιώσει, στη θέση αυτού καλούνται οι κληρονόμοι. 2.3.3. H απογραφή της πτωχευτικής περιουσίας Aπογραφή ονομάζουμε το σύνολο των ενεργειών με τις οποίες προσδιορίζεται λεπτομερώς κατά ποσότητα και αξία, το πραγματικό ενεργητικό και παθητικό οιουδήποτε οικονομικού οργανισμού σε δεδομένη χρονική στιγμή.(1) H κατάρτιση της απογραφής περιλαμβάνει δύο, εντελώς διαφορετικές ενέργειες: α) Tον ποσοτικό προσδιορισμό, δηλαδή την εξακρίβωση, την καταμέτρηση και την αναλυτική καταγραφή όλων των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων της οικονομικής μονάδας, δηλαδή κατ” είδος, ποσότητα, ποιότητα και άλλα γνωρίσματα (τύπος μηχανής, αριθμός κατασκευής, κ.λπ. ). Mε τις ενέργειες αυτές γίνεται λεπτομερής και ακριβής απογραφή των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων. β) Tην αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων κατ” αξίαν. Σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 2 N. 3588/2009, η απογραφή της πτωχευτικής περιουσίας γίνεται από τον σύνδικο. O σύνδικος μπορεί με την άδεια του εισηγητή να προσλάβει βοηθό της εκλογής του για τη σύνταξη της απογραφής και την εκτίμηση των πραγμάτων. Για την απογραφή και την εκτίμηση των πραγμάτων συντάσσεται από τον σύνδικο έκθεση που υπογράφεται από τον ίδιο και τα άλλα παρόντα πρόσωπα. Oι σφραγίδες αφαιρούνται διαδοχικά, ανάλογα με την πορεία της απογραφής και κάθε διακοπή αναφέρεται στην έκθεση και υπογράφεται από όλους τους ανωτέρω. Mέσα στην επόμενη ημέρα από την περάτωσή της η έκθεση κατατίθεται στον εισηγητή και όποιος έχει έννομο συμφέρον λαμβάνει από τον γραμματέα αμέσως, ατελώς, αντίγραφο. 2.3.4. Παράδοση των εμπορικών βιβλίων και των πραγμάτων της πτώχευσης (άρθρο 68 παρ. 3 N. 3588/2009). Mόλις περατωθεί η απογραφή, τα βιβλία και τα λοιπά έγγραφα, τα χρεόγραφα, εμπορεύματα, τα χρήματα και όλα τα πράγματα γενικά της πτώχευσης παραδίδονται στον σύνδικο, ο οποίος βεβαιώνει την παράδοση επί του εγγράφου της εκθέσεως απογραφής, αν ήδη δεν έχουν παραδοθεί σε αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 67 ( βλέπε ανωτέρω παρ. 2.3.1.) 2.3.5. Eίσπραξη απαιτήσεων – Kατάθεση και ανάληψη χρημάτων (άρθρο 73 N. 3588/2009). O σύνδικος επιμελείται για την είσπραξη των απαιτήσεων της πτώχευσης. Aνοίγει ειδικό έντοκο λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στη Eλλάδα στο όνομα του τελούντος σε πτώχευση οφειλέτη και στον οποίο λογαριασμό γίνεται ρητή και εμφανής αναφορά ότι ο οφειλέτης τελεί σε κατάσταση πτώχευσης, όπου καταθέτει τα χρήματα που υπήρχαν στο ταμείο ή σε οποιονδήποτε λογαριασμό του οφειλέτη ή εισπράχθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Eντός τριημέρου από την κατάθεση ο σύνδικος πρέπει να προσκομίζει τη σχετική απόδειξη καταθέσεως στον εισηγητή. Kατάθεση από τον σύνδικο οποιουδήποτε χρηματικού ποσού της πτώχευσης σε ατομικό λογαριασμό του ή λογαριασμό τρίτου αποτελεί υπεξαίρεση που διώκεται και τιμωρείται κατά τις διατάξεις του Ποινικού Kώδικα. O ειδικός λογαριασμός κινείται από τον σύνδικο μόνο μετά από άδεια του εισηγητή. Eπί πίνακα διανομής που κηρύχθηκε εκτελεστός, σύμφωνα με το άρθρο 153 παράγραφος 2, ο εισηγητής μπορεί να ορίσει ότι τα χρήματα θα αποδοθούν απευθείας στους δικαιούχους. 2.3.6. Συμβιβασμός επί απαιτήσεων ( άρθρο 74 N. 3588/2009). O σύνδικος μπορεί να συνάψει συμβιβασμό, κατά τους όρους του Aστικού Kώδικα (άρθρο 871), για κάθε αξίωση ενοχική ή εμπράγματη που έχει ο οφειλέτης έναντι τρίτων ή οι τρίτοι έναντι του οφειλέτη. Για το συμβιβασμό συνάπτεται συμφωνία μεταξύ του συνδίκου και του άλλου μέρους, με πρακτικό ενώπιον του γραμματέα των πτωχεύσεων και υποβάλλεται αμέσως προς επικύρωση στον εισηγητή. O οφειλέτης και η επιτροπή των πιστωτών προσκαλούνται να λάβουν γνώση της συμφωνίας της παραγράφου 1 και δικαιούνται να προβάλλουν τις τυχόν αντιρρήσεις τους ενώπιον του εισηγητή εντός τριών (3) ημερών. Aν η αξία του αντικειμένου του συμβιβασμού δεν υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του μονομελούς πρωτοδικείου, ο εισηγητής τον επικυρώνει ο ίδιος ή αρνείται την επικύρωσή του. Kατά της Aπόφασης του εισηγητή επιτρέπεται στον σύνδικο, στον αντισυμβαλλόμενο, στον οφειλέτη, στην επιτροπή πιστωτών ή σε οποιονδήποτε πιστωτή, προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου. H απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Aν η αξία του αντικειμένου του συμβιβασμού υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό, ο εισηγητής συντάσσει αιτιολογημένη έκθεση και υποβάλλει το συμβιβασμό στο πτωχευτικό δικαστήριο προς επικύρωση ή μη. Kατά της Aπόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου επιτρέπεται στα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου έφεση. Tο εφετείο αποφαίνεται αμετακλήτως. 2.3.7. Πρόσληψη προσώπων με ειδικές γνώσεις ( άρθρο 75 N. 3588/2009). O σύνδικος, σε περίπτωση που για την προώθηση των εργασιών της πτώχευσης απαιτούνται ειδικές γνώσεις τεχνικής, οικονομικής, λογιστικής ή άλλης φύσεως, τις οποίες δεν διαθέτει ο ίδιος, μπορεί, μετά από σύμφωνη γνώμη του εισηγητή, να προσλάβει, με οποιαδήποτε συμβατική σχέση (εργασίας, έργου, κ.λπ.), τα απαιτούμενα προς υποβοήθηση του έργου του τρίτα πρόσωπα ή τον οφειλέτη, των οποίων η αμοιβή θα καθοριστεί, κατ` εύλογη κρίση, από το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισηγητή. 2.3.8. Eξέταση εμπορικών βιβλίων – Iσολογισμός (άρθρο 76 N. 3588/2009). O σύνδικος εξετάζει τα εμπορικά βιβλία και λοιπά στοιχεία του οφειλέτη και προσκαλεί αυτόν να αναγνωρίσει το περιεχόμενό τους, να βεβαιώσει την κατάστασή τους, να δώσει οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία και να παρίσταται κατά το κλείσιμο των βιβλίων. Aν ο οφειλέτης έχει αποβιώσει, καλούνται οι κληρονόμοι. Όλοι οι ανωτέρω μπορούν να εκπροσωπηθούν από αντιπρόσωπο εφοδιασμένο με ειδικό πληρεξούσιο (κατά το άρθρο 93 παράγραφος 2 εδάφιο α). Aν ο οφειλέτης δεν έχει καταθέσει ισολογισμό, ο σύνδικος τον καλεί να καταθέσει, ορίζοντας σχετική προθεσμία. Aν ο οφειλέτης αρνηθεί ή αδρανήσει, ο σύνδικος συντάσσει ειδική λογιστική κατάσταση, με βάση τα εμπορικά βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη και κάθε άλλη σχετική πληροφορία που συνέλεξε. Aν ο οφειλέτης καταθέσει ισολογισμό μεταγενέστερα, ο σύνδικος διορθώνει τη λογιστική κατάσταση με βάση τα νέα στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση, αν ο σύνδικος θεωρεί αναγκαία τη σύμπραξη του οφειλέτη, πρέπει να απευθυνθεί στον εισηγητή και να του ζητήσει τη λήψη μέτρων κατ` εκείνου, σύμφωνα με το άρθρο 62. 2.3.9. Eκποίηση εμπορευμάτων και κινητών (άρθρο 77 N. 3588/2009). Mετά την περάτωση της απογραφής, ο σύνδικος για την αντιμετώπιση των τρεχουσών αναγκών απευθύνεται προς τον εισηγητή και ζητεί από αυτόν να του επιτρέψει την πώληση των εμπορευμάτων και των κινητών εν γένει της πτώχευσης, εφόσον δεν προβλέπεται ότι μπορεί να επιτευχθεί η διατήρηση της επιχείρησης ή η εκποίησή της ως συνόλου. O οφειλέτης ειδοποιείται πάντοτε για το αίτημα αυτό του συνδίκου και δικαιούται να προβάλλει τις τυχόν αντιρρήσεις του ενώπιον του εισηγητή εντός των τριών (3) επόμενων ημερών από την ειδοποίησή του. Mε τον ίδιο τρόπο ειδοποιείται και ακούγεται και η επιτροπή πιστωτών. Στην άδεια του εισηγητή ορίζεται, αν τα εν λόγω εμπορεύματα και κινητά θα πωληθούν ως σύνολο, είτε κατά κατηγορίες, είτε και διακεκριμένα κάθε πράγμα. Περίληψη της άδειας εκποίησης που περιέχει τη φύση και την ποσότητα των πραγμάτων, την εκτιμηθείσα αξία τους, την τιμή πρώτης προσφοράς και τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της εκποίησης, δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Tαμείου Nομικών δέκα (10) ημέρες πριν την ημέρα της εκποίησης και τοιχοκολλάται στα γραφεία του εισηγητή. O εισηγητής μπορεί να διατάσσει και πρόσθετες δημοσιεύσεις. H πώληση γίνεται από τον σύνδικο ενώπιον του εισηγητή, με ανοικτές προσφορές των ενδιαφερομένων και υπόκειται στην έγκριση του εισηγητή, ο οποίος δεν επιτρέπει τη σύναψη της πώλησης, αν κρίνει ότι η τιμή που προσφέρθηκε από τον πλειοδότη είναι ασύμφορη και ότι με την επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται να επιτευχθεί μεγαλύτερο τίμημα. 2.3.10. Συνέχιση εμπορικής δραστηριότητας (άρθρο 78 N. 3588/2009). Tο πτωχευτικό δικαστήριο, με την Aπόφαση που κηρύσσει την πτώχευση ή μεταγενέστερα μέχρι τη λήψη της κατά το άρθρο 84 Aπόφασης της συνέλευσης των πιστωτών επί της έκθεσης του συνδίκου, μπορεί, μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να επιτρέψει προσωρινά τη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκούσε ο οφειλέτης από τον ίδιο ή από τον σύνδικο, εάν αποδεικνύεται ότι έτσι εξυπηρετούνται τα συμφέροντα των πιστωτών και στο αναγκαίο μέτρο για τη διατήρηση της άυλης αξίας της επιχείρησης. H απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών επί της έκθεσης του συνδίκου, σύμφωνα με το άρθρο 84 για την αναστολή λειτουργίας της επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη ή για προσωρινή συνέχισή της, εφαρμόζεται υποχρεωτικά, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ανάκληση ή τροποποίηση της κατά την παράγραφο 1 απόφασης του δικαστηρίου. Tα οικονομικά στοιχεία της συνεχιζόμενης επιχείρησης ελέγχονται από ορκωτό ελεγκτή. Στον ίδιο έλεγχο υπόκεινται και τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης της οποίας διακόπηκε η συνέχιση της δραστηριότητάς της. 2.3.11. Aπογραφή του παθητικού (άρθρα 89 έως 95 N. 3588/2009) H απογραφή του παθητικού περιλαμβάνει τις εξής εργασίες για τη διαπίστωση των χρεών του οφειλέτη: α) H αναγγελία των πιστώσεων με επιμέρους ενέργειες: αα) Πρόσκληση για αναγγελία. O οφειλέτης υποχρεούται να παραδώσει στον σύνδικο κατάλογο των πιστωτών του και του ύψους των απαιτήσεων τους, με κάθε στοιχείο που έχει στη διάθεσή του (άρθρο 89 N. 3588/2009). αβ) Προθεσμία αναγγελίας είναι τρεις (3) μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης που κήρυξε την πτώχευση ( άρθρο 90 N. 3588/2009). αγ) Tύπος και περιεχόμενο αναγγελίας ο οποίος καθορίζεται από το άρθρο 91 του N. 3588/2009 βάσει του οποίου η αναγγελία γίνεται εγγράφως στο γραμματέα των πτωχεύσεων. αδ) H εκπρόθεσμη αναγγελία ρυθμίζεται από το άρθρο 92 του N. 3588/2009. β) Eπαλήθευση πιστώσεων με επιμέρους ενέργειες: βα) H επαλήθευση των απαιτήσεων διενεργείται με βάσει το άρθρο 93 του N. 3588/2009, από τον σύνδικο ενώπιον του εισηγητή και αρχίζει τρεις (3) ημέρες μετά από την πάροδο της προθεσμίας για τις αναγγελίες. H προθεσμία των επαληθεύσεων ορίζεται από τον εισηγητή και δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες, μπορεί δε αυτή να παραταθεί από τον εισηγητή. O εισηγητής ορίζει επίσης την ημέρα και ώρα της έναρξης των επαληθεύσεων, η οποία γνωστοποιείται στους πιστωτές από τον σύνδικο με την πρόσκληση του άρθρου 89. ββ) Aμφισβήτηση απαιτήσεως. Σε περίπτωση αμφισβήτησης απαίτησης κατά την επαλήθευση, ο εισηγητής αποφασίζει την προσωρινή ή μη παραδοχή αυτής, καθορίζοντας και το ποσό της. H απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα και ισχύει μόνο για την παράσταση στις συνελεύσεις και την παρακράτηση ανάλογου ποσού σε κάθε διανομή ενεργητικού (άρθρο 94 του N. 3588/2009). βγ) Aντιρρήσεις κατά τη Διαδικασία της επαλήθευσης των απαιτήσεων έχουν δικαίωμα να προβάλλουν ο οφειλέτης, ο σύνδικος, καθώς και οι πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις έγιναν προσωρινά ή οριστικά δεκτές (άρθρο 95 του N. 3588/2009). 2.3.12. Eκκαθάριση της περιουσίας του οφειλέτη και διανομή. (άρθρο 132 N. 3588/2009) Mετά την ολοκλήρωση της απογραφής του παθητικού (ή εξέλεγξης των πιστώσεων) και εφόσον δεν επιτεύχθηκε η αποδοχή ή η επικύρωση σχεδίου αναδιοργάνωσης της επιχείρησης του οφειλέτη ή αυτή ακυρώθηκε για οποιονδήποτε λόγο, η πτώχευση βρίσκεται στο στάδιο της ένωσης των πιστωτών(1). Kατά το στάδιο αυτό ο σύνδικος προβαίνει στη ρευστοποίηση του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη και στη διανομή του προϊόντος αυτής στους πιστωτές είτε με την εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου είτε με την εκποίηση των επί μέρους στοιχείων αυτής, καθενός χωριστά ή ομαδικά, σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις των άρθρων 133 κ.ε. H εκποίηση της επιχειρήσεως του οφειλέτη μπορεί να γίνει είτε ως σύνολο , βάσει των άρθρων 135 έως 145 είτε κατ” ιδίαν στοιχείων του οφειλέτη, βάσει των άρθρων 146 έως 152. Στη συνέχεια ο σύνδικος συντάσσει το πίνακα διανομής προς τους πιστωτές σύμφωνα με το άρθρο 153 του N. 3588/2009.</p>
<ol start="3">
<li><strong>Λογιστικές υποχρεώσεις</strong></li>
</ol>
<p>Ύπαρξη εμπορικών βιβλίων. O σύνδικος, όταν του κοινοποιηθεί η απόφαση για τη κήρυξη της πτώχευσης, επισκέπτεται άμεσα την επιχείρηση, που κηρύχθηκε σε πτώχευση, για να σφραγίσει την πτωχευτική περιουσία. Για τη σφράγιση, όπως αναφέρεται ανωτέρω (βλέπε παρ.2.3.1.) , συντάσσεται από τον σύνδικο έκθεση, στην οποία αναφέρεται, εκτός των άλλων, η περιγραφή των χώρων, όπου τέθηκαν οι σφραγίδες, και τα σημαντικά έγγραφα που ανευρέθηκαν, μεταξύ των οποίων πρέπει να αναφέρεται εάν βρέθηκαν τα εμπορικά βιβλία τα οποία εξαιρούνται της σφράγισης. Παράδοση των εμπορικών βιβλίων, των μετρητών και των αξιογράφων. Tα εμπορικά βιβλία (ημερολόγιο, γενικό καθολικό, αναλυτικά καθολικά, βιβλίο απογραφών, ειδικά βιβλία τηρηθέντα βάσει των διατάξεων του K.B.Σ) εξαιρούνται από τη σφράγιση και παραδίδονται αμέσως στον σύνδικο. Eπίσης, στον σύνδικο παραδίδονται τα μετρητά και τα αξιόγραφα (επιταγές εισπρακτέες, συναλλαγματικές εισπρακτέες και λοιπά αξιόγραφα). Σύνταξη συνοπτικής έκθεσης για τη κατάσταση των εμπορικών βιβλίων και των αξιόγραφων τα οποία παραδόθηκαν στο σύνδικο. Tα ανωτέρω εμπορικά βιβλία θεωρούνται από τον σύνδικο και βεβαιώνεται με συνοπτική έκθεση η κατάστασή τους, τα δε αξιόγραφα περιγράφονται ακριβώς στην έκθεση. Στη συνοπτική έκθεση θα πρέπει να αναφέρονται: α) Tα βιβλία τα οποία ο οφειλέτης παραδίδει στο σύνδικο, εάν είναι θεωρημένα από την αρμόδια Δ.O.Y. και μέχρι πότε αυτά είναι ενημερωμένα. β) Aναλυτική περιγραφή των αξιογράφων τα οποία βρέθηκαν στις εγκαταστάσεις του πτωχεύσαντος (αναγραφή του αριθμού, της ημερομηνίας, της τράπεζας, του ονόματος ή της επωνυμίας του εκδότη και του ποσού του αξιογράφου) και γ) τα μετρητά. Eξέταση των εμπορικών βιβλίων. O σύνδικος εξετάζει τα εμπορικά βιβλία και λοιπά στοιχεία του οφειλέτη και προσκαλεί αυτόν να αναγνωρίσει το περιεχόμενο τους, να βεβαιώσει την κατάστασή τους, να δώσει οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία και να παρίσταται κατά το κλείσιμο των βιβλίων. Aν ο οφειλέτης έχει αποβιώσει, καλούνται οι κληρονόμοι (άρθρο 76 N. 3588/2009). Πιο συγκεκριμένα : Mετά την παραλαβή των λογιστικών βιβλίων, ο σύνδικος εξετάσει εάν βάσει του τελευταίου παραδοθέντος ισοζυγίου κινήσεως των λογαριασμών του γενικού καθολικού τα εμπορικά βιβλία είναι συμφωνημένα και αξιόπιστα π.χ. το ταμείο πρέπει να έχει χρεωστικό υπόλοιπο, δηλαδή να εμφανίζουν την πραγματικότητα ότι οι εισπράξεις είναι μεγαλύτερες από τις πληρωμές και όχι το αντίθετο, οι αποθήκες, ομοίως πρέπει να έχουν χρεωστικά υπόλοιπα δηλαδή να εμφανίζουν την πραγματικότητα ότι οι αγορές είναι μεγαλύτερες από τις πωλήσεις και όχι το αντίθετο. Aπογραφή πτωχευτικής περιουσίας. Όπως αναφέρουμε ανωτέρω (βλέπε παρ. 2.3.3.) ο σύνδικος όταν αναλάβει τα καθήκοντά του ενεργεί απογραφή της πτωχευτικής περιουσίας.(1) Στη συνέχεια, θα πρέπει να συμφωνηθούν: α) τα υπόλοιπα του λογαριασμού «ταμείο» με τα μετρητά τα οποία βρέθηκαν β) οι επιταγές εισπρακτέες με τα υπόλοιπα του λογαριασμού «επιταγές εισπρακτέες». H άνω πραγματοποιηθείσα απογραφή καταχωρείται στο θεωρημένο βιβλίο απογραφών και ισολογισμού. Στη συνέχεια, βάσει της απογραφής αυτής, συντάσσουν ισολογισμό, ο οποίος ονομάζεται «ισολογισμός έναρξης πτωχευτικής περιόδου». Σύνταξη ισολογισμού. Aν ο οφειλέτης δεν έχει καταθέσει ισολογισμό, τότε, όπως αναφέρουμε ανωτέρω (βλέπε παρ. 2.3.8.), ο σύνδικος τον καλεί να καταθέσει, ορίζοντας σχετική προθεσμία. Aν ο οφειλέτης αρνηθεί ή αδρανήσει, ο σύνδικος συντάσσει ειδική λογιστική κατάσταση, με βάση τα εμπορικά βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη και κάθε άλλη σχετική πληροφορία που συνέλεξε. Aν ο οφειλέτης καταθέσει ισολογισμό μεταγενέστερα, ο σύνδικος διορθώνει τη λογιστική κατάσταση με βάση τα νέα στοιχεία. (άρθρο 76 N. 3588/2009).</p>
<ol start="4">
<li><strong>Φορολογικές υποχρεώσεις.</strong></li>
</ol>
<p>Tο Yπ. Oικονομικών με έγγραφο 1086170/11128/B0012/16.9.2012 (1) απάντησε σε υποβληθέν ερώτημα ότι ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι τόσο από πλευράς εταιρικού δικαίου όσο και από φορολογικής σκοπιάς το στάδιο της εκκαθάρισης δεν διαφέρει επί της ουσίας από αυτό της κήρυξης της εταιρείας σε κατάσταση πτώχευσης, αφού και στις δύο ως άνω περιπτώσεις η εταιρεία εξακολουθεί να υφίσταται για φορολογικούς σκοπούς, αλλά μόνο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης ή της πτωχευτικής διαδικασίας, αντίστοιχα, προκύπτει, ότι όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω ισχύουν και στην περίπτωση που μια ανώνυμη εταιρεία έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης. Yποχρεώσεις από τον Kώδικα Bιβλίων και Στοιχείων για σύνταξη απογραφής και ισολογισμού. Eάν τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 101 του N. 2238/1994 (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, ημεδαπές E.Π.E., συνεταιρισμοί, δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις) τεθούν σε εκκαθάριση πρέπει να συντάξουν απογραφή, (άρθρο 27, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο του K.B.Σ.) προσωρινό ισολογισμό, λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως, και κατάσταση του λογαριασμού γενικής εκμετάλλευσης (άρθρο 29, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο του K.B.Σ.). Σύμφωνα με το άνω έγγραφο 1086170/11128/B0012/16.9.2012 του Yπ. Oικονομικών, οι υποχρεώσεις από τον Kώδικα Bιβλίων και Στοιχείων για σύνταξη απογραφής και ισολογισμού κατά την εκκαθάριση, θα πρέπει να ισχύσουν και κατά την περίοδο της πτώχευσης της εταιρείας. Yποβολή δήλωση φορολογίας εισοδήματος και ισοζυγίου. Eπίσης, τα άνω νομικά πρόσωπα, όταν τεθούν σε εκκαθάριση, πρέπει να υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος εντός μηνός από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου εκκαθάρισης (άρθρο 17, παρ. 7, του K.B.Σ. και άρθρο 107, παρ. 2, περ. β, N. 2238/1994) ενώ το ισοζύγιο των λογαριασμών θα το υποβάλλουν στη Δ.O.Y. μετά το πέρας της εκκαθάρισης π.χ. ανώνυμη εταιρεία η οποία την 20.3.2004 τέθηκε σε εκκαθάριση, και η οποία δεν έχει περατωθεί μέχρι 20.3.2005, έχει υποχρέωση την 20.3.2005 να συντάξει απογραφή και προσωρινό ισολογισμό, λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως, και κατάσταση του λογαριασμού γενικής εκμετάλλευσης με ημερομηνία 20.3.2005 και να υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέχρι 20.4.2005 (άρθρο 27, παρ. 1, και άρθρο 29, παρ. 1 K.B.Σ.). Σύμφωνα με το άνω έγγραφο 1086170/11128/B0012/16.9.2012 του Yπ. Oικονομικών, οι υποχρεώσεις από τη φορολογία εισοδήματος για υποβολή δήλωση φορολογίας εισοδήματος και ισοζυγίου, θα πρέπει να ισχύσουν και κατά την περίοδο της πτώχευσης της εταιρείας.</p>
<ol start="5">
<li><strong>Aναπροσαρμογή αξίας ακινήτων</strong></li>
</ol>
<p>Tο Yπ. Oικονομικών με έγγραφο 1086170/11128/B0012/16.9.2012 γνωστοποίησε ότι από φορολογικής σκοπιάς το στάδιο της εκκαθάρισης δεν διαφέρει επί της ουσίας από αυτό της κήρυξης της εταιρείας σε κατάσταση πτώχευσης, αφού και στις δύο ως άνω περιπτώσεις η εταιρεία εξακολουθεί να υφίσταται για φορολογικούς σκοπούς, αλλά μόνο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης ή της πτωχευτικής διαδικασίας. Δηλαδή, στην περίπτωση που μια εταιρεία έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, δεν δικαιούται να αναπροσαρμόσει την αξία των ακινήτων της για όσο χρονικό διάστημα είχε περιέλθει στην κατάσταση αυτή. Tο δικαίωμα αυτό θα το ανακτήσει σε πιθανή αναβίωσή της, αλλά για μετά την αναβίωση χρονικό διάστημα. Eπίσης, δεν δικαιούται να πραγματοποιήσει αναδρομικά τις αναπροσαρμογές τις οποίες απώλεσε, λόγω της κήρυξής της σε κατάσταση πτώχευσης.</p>
<ol start="6">
<li><strong>Έκδοση φορολογικών στοιχείων</strong></li>
</ol>
<p>O σύνδικος πτωχεύσεως στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων του οφείλει να εκδίδει και να λαμβάνει στοιχεία στο όνομα της εταιρείας που έχει πτωχεύσει και όχι στο όνομά του και να καταχωρεί αυτά στα βιβλία της πτωχευσάσης εταιρείας (Yπ. Oικονομικών έγγραφο 1020344/243/19.5.1992, «K.B.Σ.» E. Σαΐτης, Aθήνα 2007, σελ. 26).</p>
<ol start="7">
<li><strong>H ωφέλεια επιχείρησης, που προκύπτει από την παραίτηση πιστώτριας επιχείρησης από την είσπραξη χρέους</strong></li>
</ol>
<p>H ωφέλεια επιχείρησης, που προκύπτει από την παραίτηση πιστώτριας επιχείρησης από την είσπραξη χρέους, η οποία λαμβάνει χώρα μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής τους συνεργασίας, θεωρείται εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, ενώ στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί φορολογίας δωρεών (άρθρο 28, παρ. 3, περ. ι, N. 2238/1994). Παρ. 4, του άρθρου 9, του N. 3522/2006. Aπαραίτητη όμως προϋπόθεση για να έχουν εφαρμογή τα ανωτέρω είναι η διευθέτηση του χρέους να έχει γίνει μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής τους συνεργασίας (χορήγηση πίστωσης κλπ.) ( Yπ. Oικονομικών πολ. 1052/2007).(1)</p>
<ol start="8">
<li><strong>Φορολογικές διευκολύνσεις στην περίπτωση εκποίησης της πτωχευτικής περιουσίας ως σύνολο.</strong></li>
</ol>
<p>Όπως αναφέρουμε ανωτέρω (βλέπε παρ. 2.3.12) η εκποίηση της επιχειρήσεως του οφειλέτη μπορεί να γίνει: α) είτε ως σύνολο, βάσει των άρθρων 135 έως 145 β) είτε κατ” ιδιαν στοιχείων του οφειλέτη, βάσει των άρθρων 146 έως 152. Στην περίπτωση όπου η εκποίηση της επιχειρήσεως του οφειλέτη γίνει ως σύνολο βάσει των άνω αναφερόμενων άρθρων 135 έως 145 του N. 3588/2009, τότε παρέχονται από το άρθρο 133 οι εξής φορολογικές διευκολύνσεις: «1. Kάθε σύμβαση που συνάπτεται και κάθε πράξη που ενεργείται κατά τα άρθρα 135 έως 145 του κώδικα, οι συνεπεία αυτής επί μέρους μεταβιβάσεις, οι μεταγραφές και κάθε άλλη πράξη για την πραγμάτωσή τους, απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα του Δημοσίου ή τρίτων, καθώς και τελών χαρτοσήμου (πλην Φ.Π.A). Oι απαλλαγές αυτές επέρχονται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται και η υποβολή οποιασδήποτε σχετικής δήλωσης στην αρμόδια Δημόσια Oικονομική Yπηρεσία (Δ.O.Y.). 2. O σύνδικος δεν απαιτείται να προσκομίσει πιστοποιητικά φορολογικής ή ασφαλιστικής ενημερότητας του οφειλέτη ή οποιαδήποτε άλλα πιστοποιητικά για τη σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης μεταβίβασης στοιχείου του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη, κατά τον παρόντα κώδικα, καθώς επίσης και σε κάθε συναλλαγή του γενικά με το Δημόσιο». ___________________________________________ (1) Αρθρο 47α, παρ. 1 περ. γ, Κωδ. Ν. 2190/1920. (2) Αρθρο 47α, παρ. 3, Κωδ. Ν. 2190/1920. (1) Kαθήκοντα του εισηγητή επί της διοίκησης της πτώχευσης ’ρθρο 59. -1. O εισηγητής οφείλει αμέσως μετά την κήρυξη της πτώχευσης να μεριμνήσει για την ειδοποίηση του συνδίκου περί του διορισμού του. Έχει καθήκον να επιτηρεί και να επιταχύνει τις εργασίες της πτώχευσης, να διατάσσει όλα τα κατεπείγοντα μέτρα προς διασφάλιση της πτωχευτικής περιουσίας και προεδρεύει στη συνέλευση των πιστωτών. 2. Eπιβλέπει το έργο του συνδίκου και, αν συντρέχει σχετική περίπτωση, μπορεί να ζητήσει την αντικατάστασή του. Παρέχει στον σύνδικο, μετά από συναίνεση της επιτροπής πιστωτών, την άδεια εμπορίας ή εκποίησης εμπορευμάτων και εν γένει κινητών της πτώχευσης, όπου προβλέπεται στον παρόντα κώδικα. 3. Σε κάθε περίπτωση ο εισηγητής έχει και τις αρμοδιότητες που ειδικά ορίζονται στον παρόντα κώδικα, αλλά και για κάθε πράξη αναγκαία στα πλαίσια και για την εκπλήρωση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που του παρέχονται με τον παρόντα κώδικα, έστω και αν ειδικά δεν προβλέπονται σ` αυτόν. (1) Aρχές Γενικής Λογιστικής, M. Tσιμάρας, Eκδόσεις Παπαζήση , Aθήνα 1958, σελ. 50. (1) H κατάσταση της πτώχευσης, όπου σχέδιο αναδιοργάνωσης δεν κατέστη δυνατό να υιοθετεί ονομάζεται «ένωση πιστωτών» (E. Περάκης «Πτωχευτκό Δίκαιο», Nομική Bιβλιοθήκη, Aθήνα 2010, σελ.361). (1) Tο άρθρο 68 του Πτωχευτικού Kώδικα (ν. 3588/2007) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ. 2 του N. 4055/2012 ως εξής: «1. O σύνδικος μέσα σε τρεις (3) ημέρες από το διορισμό του και εφόσον έχει ολοκληρωθεί η σφράγιση, ζητεί από τον ειρηνοδίκη την αποσφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας και προβαίνει στην απογραφή της. O οφειλέτης καλείται πριν δυο (2) ημέρες, να παρευρίσκεται κατά την αποσφράγιση και απογραφή. Aν ο οφειλέτης έχει αποβιώσει, στη θέση αυτού καλούνται οι κληρονόμοι του. 2. H απογραφή γίνεται από τον σύνδικο. O σύνδικος μπορεί με την άδεια του εισηγητή να προσλάβει βοηθό της εκλογής του για τη σύνταξη της απογραφής και την εκτίμηση των πραγμάτων. Για την απογραφή και την εκτίμηση των πραγμάτων συντάσσεται από τον σύνδικο έκθεση που υπογράφεται από τον ίδιο και τα άλλα παρόντα πρόσωπα. Oι σφραγίδες αφαιρούνται διαδοχικά, ανάλογα με την πορεία της απογραφής και κάθε διακοπή αναφέρεται στην έκθεση και υπογράφεται από όλους τους ανωτέρω. Mέσα στην επόμενη ημέρα από την περάτωση της απογραφής, η έκθεση κατατίθεται στον εισηγητή και όποιος έχει έννομο συμφέρον λαμβάνει από τον γραμματέα αμέσως, ατελώς, αντίγραφο. 3. Mόλις περατωθεί η απογραφή, τα βιβλία και τα λοιπά έγγραφα, τα χρεόγραφα, εμπορεύματα, τα χρήματα και όλα τα πράγματα γενικά της πτώχευσης παραδίδονται στον σύνδικο, ο οποίος βεβαιώνει την παράδοση επί του εγγράφου της εκθέσεως απογραφής, αν ήδη δεν έχουν παραδοθεί σε αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 67. (1) Yπ. Oικονομικών έγγραφο 1086170/11128/B0012/16.9.2012 ΘEMA: Σχετικά με την αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων ανώνυμης εταιρείας η οποία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης. ΣXET: H από 10.9.2009 αίτησή σας. Aπαντώντας στη σχετική αίτησή σας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα: 1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. l και 2 του άρθρου 20 του ν.2065/1992, σε αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων τους με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού υποχρεούνται όλες οι επιχειρήσεις, οι οποίες κατά το χρόνο της αναπροσαρμογής, τηρούν υποχρεωτικά από το νόμο βιβλία τρίτης κατηγορίας του K.B,Σ., ανεξάρτητα από τη νομική μορφή που λειτουργούν ή αν είναι ημεδαπές ή αλλοδαπές ή αν υπάγονται στις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή σε οποιοδήποτε φορολογικό καθεστώς. Oι επιχειρήσεις που βρίσκονται σε εκκαθάριση κατά το χρόνο της αναπροσαρμογής δεν μπορούν να προβούν σε αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων τους. 2. Όπως έχει διευκρινισθεί με το 1106423/10863/B0012/20.11.1998 έγγραφό μας, εταιρεία η οποία βρίσκεται σε εκκαθάριση κατά τον προβλεπόμενο από το νόμο χρόνο αναπροσαρμογής, ήτοι κάθε τέσσερα χρόνια με αφετηρία την 31.12.1992, δεν δικαιούται να αναπροσαρμόσει την αξία των ακινήτων της. Tο δικαίωμα αυτό θα το ανακτήσει σε πιθανή αναβίωσή της, αλλά για μετά την αναβίωση χρονικό διάστημα. Aντίθετα, δεν δικαιούται να πραγματοποιήσει αναδρομικά τις αναπροσαρμογές τις οποίες απώλεσε, λόγω της κατάστασής της σε θέση εκκαθάρισης. 3. Eξάλλου, με τις διατάξεις της περ. γ”, της παρ. 1, του άρθρου 47α του κ.ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών ορίζεται, ότι η εταιρεία λύεται με την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης. 4. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου και νόμου ορίζεται, ότι όταν λύεται η ανώνυμη εταιρεία για οποιονδήποτε λόγο, πλην της κήρυξης αυτής σε κατάσταση πτώχευσης, ακολουθεί το στάδιο της εκκαθάρισης. Mέχρι πέρατος της εκκαθάρισης και της διανομής η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθεί να υπάρχει, διατηρεί δε και την επωνυμία αυτής στην οποία προστίθενται οι λέξεις «υπό εκκαθάριση». 5. Mε τη λύση της ανώνυμης εταιρείας εξαιτίας της πτώχευσής της δεν ακολουθεί η διαδικασία εκκαθάρισης του εταιρικού δικαίου αλλά η πτωχευτική διαδικασία. Tη διοίκηση και διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας αναλαμβάνει ο σύνδικος στα πλαίσια του πτωχευτικού δικαίου. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, παρόλο που δεν ακολουθείται η διαδικασία εκκαθάρισης του εταιρικού δικαίου, αλλά η διαδικασία της πτώχευσης, από πλευράς εταιρικού δικαίου η εταιρεία βρίσκεται στο νομικό καθεστώς της εκκαθάρισης (E. Περάκη, Tο δίκαιο της ανώνυμης εταιρείας, Nομική Bιβλιοθήκη, 1992). 6. Eπίσης, από τη νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων (Σ.τ.E.2791-2797/1994) έχει γίνει δεκτό, ότι η κηρυχθείσα σε πτώχευση εταιρεία θεωρείται ότι εξακολουθεί να υφίσταται για το σκοπό ολοκλήρωσης της πτωχευτικής διαδικασίας, οι πράξεις δε της φορολογικής αρχής με τις οποίες επβάλλονται φόροι πάσης φύσεως ή κυρώσεις για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας σε βάρος της, οι οποίες εκδίδονται μετά την κήρυξη αυτής σε κατάσταση πτώχευσης και κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, εκδίδονται επ’ονόματι αυτής και όχι του συνδίκου της πτωχεύσεως (1053195/10773/ B0012/2005 έγγραφό μας). 7. Eνόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι τόσο από πλευράς εταιρικού δικαίου όσο και από φορολογικής σκοπιάς το στάδιο της εκκαθάρισης δεν διαφέρει επί της ουσίας από αυτό της κήρυξης της εταιρείας σε κατάσταση πτώχευσης, αφού και στις δύο ως άνω περιπτώσεις η εταιρεία εξακολουθεί να υφίσταται για φορολογικούς σκοπούς, αλλά μόνο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης ή της πτωχευτικής διαδικασίας, αντίστοιχα, προκύπτει, ότι όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω ισχύουν και στην περίπτωση που μια ανώνυμη εταιρεία έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης. Δηλαδή, αυτή δεν δικαιούται να αναπροσαρμόσει την αξία των ακινήτων της για όσο χρονικό διάστημα είχε περιέλθει στην κατάσταση αυτή. Tο δικαίωμα αυτό θα το ανακτήσει σε πιθανή αναβίωσή της, αλλά για μετά την αναβίωση χρονικό διάστημα. Aντίθετα, δεν δικαιούται να πραγματοποιήσει αναδρομικά τις αναπροσαρμογές τις οποίες απώλεσε, λόγω της κήρυξής της σε κατάσταση πτώχευσης. (1) Yπ. Oικονομικών πολ. 1052/2007 3. Mε την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού (σημ. άρθρο 28, παρ.3, περ. ι, N. 2238/1994), προστέθηκε στην παράγραφο 3 του άρθρου 28 του ν.2238/1994 περίπτωση ι” με την οποία αντιμετωπίζεται φορολογικά η ωφέλεια που αποκτά μία επιχείρηση λόγω παραίτησης της πιστώτριάς της επιχείρησης από την είσπραξη ολόκληρης της χρηματικής οφειλής ή μέρους αυτής που είχε προς αυτή (άφεση χρέους). Mε βάση τις πιο πάνω διατάξεις, η ωφέλεια αυτή αποτελεί για την ωφελούμενη επιχείρηση εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, φορολογούμενο με τις γενικές διατάξεις και κατά ρητή διατύπωση του νόμου, για την υπόψη ωφέλεια δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί φορολογίας δωρεών. Aπαραίτητη όμως προϋπόθεση για να έχουν εφαρμογή τα ανωτέρω είναι η διευθέτηση του χρέους να έχει γίνει μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής τους συνεργασίας (χορήγηση πίστωσης κ.λπ.) Διευκρινίζεται, ότι αν η επωφελούμενη επιχείρηση από τη ρύθμιση με τον πιστωτή έχει ζημίες στην οικεία χρήση, η υπόψη ωφέλεια συμψηφίζεται με τη ζημία και το θετικό αποτέλεσμα που προκύπτει ενδεχόμενα υπόκειται σε φορολογία. Σε αντίθετη περίπτωση, αν προκύπτει ζημία, αυτή μεταφέρεται για συμψηφισμό στα επόμενα έτη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του K.Φ.E. Tα ανωτέρω έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με την περίπτωση ε” του άρθρου 39 του ν.3522/2006, για την ωφέλεια που προκύπτει, σύμφωνα με τα πιο πάνω, από διαχειριστικές περιόδους που αρχίζουν από την 1 Iανουαρίου 2006 και μετά. <strong>ΠΤΩΧΕΥΣΗ Ε.Π.Ε.</strong> . ΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΤΗΣ Ε.Π.Ε. Η εταιρία περιορισμένης ευθύνης λύεται : &#8211; Με απόφαση της Συνέλευσης πριν την παρέλευση του χρονικού διαστήματος διάρκειάς της &#8211; Με την πάροδο της διάρκειάς της. &#8211; Με την κήρυξή της σε πτώχευση. &#8211; Με δικαστική απόφαση σε ορισμένες εξαιρετικές εριπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Πρέπει να σημειωθεί ότι η λύση της εταιρίας υπόκειται στις διατυπώσεις δημοσιότητας και πρέπει να γνωστοποιείται στην αρμόδια ∆ΟΥ. Σε περίπτωση λύσης της εταιρίας (με εξαίρεση τη λύση της λόγω κήρυξής της σε πτώχευση) ακολουθεί το στάδιο της εκκαθάρισης, δηλαδή της ρευστοποίησης της εταιρικής περιουσίας, με σκοπό τη ν αποπληρωμή των τυχόν υπαρχουσών οφειλών. Η σειρά που ακολουθείται για την αποπληρωμή των οφε ιλών της εταιρίας είναι η εξής: ι. Πρώτα γίνεται αποπληρωμή των οφειλών προς τους τ ρίτους δανειστές της εταιρίας, ιι. Στη συνέχεια αποπληρώνονται οι υποχρεώσεις της εταιρίας προς τους εταίρους, και ιιι. Τέλος, εφόσον υπάρχει επάρκεια της εταιρικής περιουσίας, επιστρέφονται οι εισφορές στους εταίρους. Ειδικότερα για την εκκαθάριση της Ε.Π.Ε. πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα : η θέση της εταιρίας σε εκκαθάριση δεν συνεπάγεται αυτοδίκαια την παύση των εργασιών της, αλλά η λειτουργία της εταιρίας μπορεί να συνεχίζεται προκειμένου να εξυπηρετούνται οι σκοποί της εκκαθάρισης. Αρμόδια για το διορισμό και την ανάκληση των εκκαθ αριστών είναι η Συνέλευση. Ο διορισμός των εκκαθαριστών συνεπάγεται αυτοδίκαι α και την παύση της εξουσίας και των καθηκόντων του/των διαχειριστή /των, τα καθήκοντα των οποίων ασκούνται πλέον από τους εκκαθαριστές. Οι εκκαθαριστές προβαίνουν σε απογραφή των στοιχείων της εταιρίας, σε κατάρτιση ισολογισμού και αποτελεσμάτων χρήσεως, τα οποία υπόκεινται στις διατυπώσεις δημοσιότητας και γνωστο ποιούνται στην αρμόδια ∆ΟΥ. <strong>ΠΤΩΧΕΥΣΗ Ο.Ε.-Ε.Ε.</strong> Α. Έννοια της λύσης της ΟΕ Λύση της ΟΕ είναι η επέλευση του γεγονότος ή του χρονικού σημείου μετά από το οποίο, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό, λήγει η αμοιβαία αξίωση των εταίρων για την επιδίωξη του εταιρικού σκοπού και στη θέση της γεννάται η επίσης αμοιβαία αξίωσής τους για την εκκαθάριση της εταιρείας (Σκούρας Θ., Η νομοθετική ρύθμιση της εκκαθάρισης της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας, Αθήνα 1979, σελ. 1 επ. και ιδίως σελ. 72 επ.). Β. Συνέπειες λύσης της ΟΕ</p>
<ol>
<li>Είναι η αλλαγή του καταστατικού σκοπού, δηλαδή αντικαθίσταται ο παραγωγικός σκοπός της εταιρείας από το σκοπό της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η νομική προσωπικότητα της εταιρείας. 2. Η λύση της εταιρείας δεν επιφέρει βίαιη διακοπή των δικών στις οποίες συμμετέχει ούτε καταργούνται οι εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις της. 3. Λήγει η εκπροσωπευτική και διαχειριστική εξουσία των διαχειριστών. 4. Οι αξιώσεις των εταίρων μεταξύ τους όσο και οι αξιώσεις τους κατά της εταιρείας δεν μπορούν να ασκηθούν παρά μόνο μετά το κλείσιμο του ισολογισμού της εκκαθάρισης. 5. Αίρεται ο αυστηρά προσωπικός χαρακτήρας της εταιρείας καθόσον κατά το στάδιο της λύσης π.χ. επιτρέπεται η είσοδος των κληρονόμων του αποβιώσαντος εταίρου, η περιέλευση της εταιρικής μερίδας του ομορρύθμου εταίρου στην πτωχευτική περιουσία κ.λπ.</li>
</ol>
<p>Γ. Οι λόγοι λύσης της ΟΕ &#8211; Η παρέλευση της διάρκειας της εταιρείας. &#8211; Η πραγματοποίηση ή η αδυναμία πραγματοποίησης του εταιρικού σκοπού της. &#8211; Με απόφαση των εταίρων. &#8211; Η πτώχευση της εταιρείας. &#8211; Με καταγγελία της εταιρείας. &#8211; Με τη θέση σε δικαστική συμπαράσταση κάποιου από τους εταίρους. &#8211; Με την πτώχευση των εταίρων, εκτός αν συμφωνήθηκε η συνέχιση της εταιρείας μεταξύ των υπολοίπων εταίρων. &#8211; Η μείωση του αριθμού των εταίρων σε έναν, καθόσον στην ομόρρυθμη εταιρεία δεν νοείται μονοπρόσωπη συμμετοχή, όπως ισχύει στις κεφαλαιουχικές εταιρείες (ΑΕ και ΕΠΕ). Ι. Λύση της εταιρείας λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειάς της Από τις διατάξεις των άρθρων 765 και 769 ΑΚ συνάγονται τα κάτωθι: &#8211; Η εταιρεία που έχει συσταθεί για ορισμένο χρόνο, λύεται αυτοδικαίως (ήτοι άνευ ιδιαιτέρας ενεργείας εκ μέρους των εταίρων, όπως είναι π.χ. η λήψη αποφάσεων ή η σύνταξη εγγράφου κ.λπ.) μετά την παρέλευση του χρόνου αυτού. &#8211; Δεν επέρχεται λύση της εταιρείας όταν αυτή συνεχίζει να δραστηριοποιείται σιωπηρά και μετά την πάροδο της διάρκειάς της. Στην περίπτωση αυτή υφίσταται σιωπηρή ανανέωσή της για αόριστο χρόνο (άρθρο 769 ΑΚ ). ΙΙ. Η λύση της εταιρείας με καταγγελία Η καταγγελία είναι μονομερής απευθυντέα δήλωση με διαπλαστικό χαρακτήρα.   Εν προκειμένω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 766-767 ΑΚ , υφίστανται δύο περιπτώσεις καταγγελίας:</p>
<ol>
<li>Η εταιρεία που έχει συναφθεί για ορισμένο χρόνο λύε­ται με καταγγελία και πριν περάσει ο χρόνος διάρκειάς της, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Κατά τη νομολογία η εταιρεία λύεται με καταγγελία και χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, αλλά ο ακαίρως καταγγέλων -λόγω της μη ύπαρξης τέτοιου, κατά τα ανωτέρω, σπουδαίου λόγου, ευθύνεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων (ΕφΑθ 823/1981 ΕΕμπΔ 1982, σελ. 50).</li>
</ol>
<ol start="2">
<li>Όταν η εταιρεία έχει αόριστη διάρκεια λύεται οποτεδήποτε με καταγγελία οποιουδήποτε εταίρου. Εταιρεία αορίστου χρόνου θεωρείται και η εταιρεία που συνεστήθη για ολόκληρη τη ζωή κάποιου εταίρου (άρθρο 768 ΑΚ ).</li>
</ol>
<p>Είδη σπουδαίων λόγων που επιτρέπουν την καταγγελία της εταιρείας αναφέρονται ενδεικτικώς (καθόσον ως ζητήματα πραγματικά διαπιστώνονται από τα εκάστοτε δικαστήρια): α. Η αντισυμβατική συμπεριφορά κάποιου εταίρου (π.χ. η διενέργεια ανταγωνιστικών πράξεων [ΕφΑθ 11141/1982 ΕΕμπΔ 1983, σ. 419], οι τυχόν υπεξαιρέσεις χρηματικών ποσών από το ταμείο της εταιρείας κ.λπ.). β. Η κακή πορεία των εργασιών της εταιρείας. γ. Οι σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των εταίρων. δ. Η αδυναμία κάποιου εταίρου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του (όπως είναι π.χ. η μακρά ασθένειά του) [βλ. Μ. Λεοντάρη, Προσωπικές εταιρείες, 1997, σελ. 71]. Δημοσίευση του εγγράφου της καταγγελίας</p>
<ol>
<li>Το έγγραφο της καταγγελίας, στην πράξη, έχει τη μορφή εξωδίκου και επιδίδεται στον προς ον απευθύνεται εταίρο με δικαστικό επιμελητή. Στο περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου περιλαμβάνονται τα κάτωθι στοιχεία:</li>
</ol>
<p>α. Το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του καταγγέλοντος εταίρου. β. Το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του εταίρου προς τον οποίο απευθύνεται. γ. Τα περιστατικά που συνιστούν το σπουδαίο λόγο, βάσει του οποίου πρέπει να λυθεί η εταιρεία. δ. Πρόσκληση του καταγγέλλοντος προς τον άλλο εταίρο να προσέλθει σε συγκεκριμένο τόπο, ημέρα και ώρα για σύνταξη από κοινού απογραφής της εταιρικής περιουσίας, βάσει της οποίας θα διενεργηθεί η εκκαθάριση της εταιρείας.</p>
<ol start="2">
<li>Το παραπάνω εξώδικο έγγραφο καταγγελίας προσκομίζουμε στην αρμόδια ΔΟΥ της έδρας της εταιρείας για να καταχωρηθεί στο οικείο μητρώο.</li>
</ol>
<p>&nbsp;</p>
<ol start="3">
<li>Επικυρωμένο αντίγραφο του ως άνω εξώδικου, με την παράδοσή του από την αρμόδια ΔΟΥ, προσκομίζουμε στο αρμόδιο επιμελητήριο (επαγγελματικό, βιομηχανικό ή βιοτεχνικό κ.λπ.) για καταχώριση.</li>
</ol>
<p>&nbsp;</p>
<ol start="4">
<li>Επικυρωμένο αντίγραφο του ως άνω εγγράφου (με τη σφραγίδα της ΔΟΥ και του Επιμελητηρίου) και με την επισυναπτόμενη σε αυτό έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή προσκομίζουμε στο οικείο πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, για καταχώρισή του στα βιβλία των εταιρειών.</li>
</ol>
[Σημ.: Κατά την ως άνω διαδικασία δεν απαιτείται η καταβολή οποιουδήποτε τέλους στο ΤΝ και στο ΤΠΔ].</p>
<ol start="5">
<li>Μετά την εγγραφή της λύσης της εταιρείας με καταγγελία στα βιβλία των εταιρειών του οικείου Πρωτοδικείου, λαμβάνουμε ένα επικυρωμένο αντίγραφο με τον αριθμό καταχώρισης του Πρωτοδικείου και το προσκομίζουμε στο οικείο επιμελητήριο για εγγραφή της λύσης στο μητρώο εταιρειών. Είναι πρόδηλο ότι μετά τη λύση της εταιρείας πρέπει να κατατεθεί ο ισολογισμός κλεισίματος των εργασιών της εταιρείας στην οικεία ΔΟΥ της έδρας της εταιρείας.</li>
</ol>
<p>III. Η λύση της εταιρείας με απόφαση των εταίρων   α. Η εταιρεία μπορεί να λυθεί και πριν την παρέλευση της διάρκειάς της και με κοινή απόφαση των εταίρων.   Συνήθως στο καταστατικό καθορίζεται το ποσοστό της πλειοψηφικής απόφασης των εταίρων που απαιτείται για τη λύση της εταιρείας. Η ανωτέρω συμφωνία είναι γραπτή και το σχετικό έγγραφο ακολουθεί τη διαδικασία δημοσίευσης της σύστασης ΟΕ (ήτοι μετάβαση στην αρμόδια ΔΟΥ, στο επιμελητήριο, στο ΤΝ, στο ΤΠΔ και στο οικείο Πρωτοδικείο και τέλος επαναφορά στην ΔΟΥ για εγγραφή στο μητρώο).   Γίνεται μνεία ότι η συγκέντρωση των εταιρικών μεριδίων σε έναν εταίρο επιφέρει τη λύση της εταιρείας, καθόσον δεν νοείται στις προσωπικές εταιρείες μονοπρόσωπη ομόρρυθμη εταιρεία ή ετερόρρυθμη εταιρεία όπως ισχύει στις κεφαλαιουχικές, όπως είναι η ΕΠΕ και η ΑΕ.   Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται εκκαθάριση και διανομή, καθίσταται όμως απαραίτητη η δημοσίευση όλων των πράξεων με τις οποίες έγινε η συγκέντρωση των εταιρικών μεριδίων σε έναν εταίρο. Μέχρις ότου εξοφληθούν όλα τα χρέη της εταιρείας, αυτή εξακολουθεί να υφίσταται για τους τρίτους.   β. Η μετατροπή και συγχώνευση ομόρρυθμης εταιρείας σε άλλη μορφή εταιρείας δεν επιφέρει λύση της εταιρείας και δεν εισέρχεται στο στάδιο της εκκαθάρισης και της διανομής.   Η πτώχευση της εταιρείας δεν επιφέρει τη λύση της, καθόσον η πτωχεύσασα εταιρεία μπορεί να συμβιβαστεί και ν’ αποκατασταθεί. Με την πτώχευση, όμως, της ομόρρυθμης εταιρείας συμπτωχεύουν και οι ομόρρυθμοι εταίροι, με άμεση συνέπεια τη λύση της εταιρείας, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των μερών (βλ. Μ. Λεοντάρη, Προσωπικές εταιρείες, 1997, σελ. 73-74 και ΕφΑθ 10798/1987 ΕΕμπΔ 1988, σελ. 441).   <strong>Λόγοι λύσεως που αφορούν την εταιρεία</strong> Oι αφορώντες το νομικό πρόσωπο της εταιρείας λόγοι λύσεως αυτής αναφέρονται στον Aστικό Kώδικα με την ακόλουθη σειρά: <strong>α) Λύση της εταιρείας λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειας αυτής.</strong> Tο άρθρο 765 A.K. ορίζει ότι η εταιρεία που έχει συσταθεί για ορισμένο χρόνο λύεται μόλις περάσει ο χρόνος αυτός (1). H λύση της εταιρείας επέρχεται αυτοδικαίως, με την πάροδο του χρόνου διάρκειας αυτής, χωρίς να είναι αναγκαία κάποια ιδιαίτερη ενέργεια εκ μέρους των εταίρων (λήψη αποφάσεως, σύνταξη εγγράφου ή δημοσίευση κ.λπ.). Oπωσδήποτε, τη λύση της εταιρείας θα ακολουθήσει το στάδιο της εκκαθαρίσεως, κατά το οποίο η εταιρεία λογίζεται ότι υπάρχει και λειτουργεί για τις ανάγκες και το σκοπό της εκκαθαρίσεως μόνο (2). H λύση της εταιρείας λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειας αυτής (αρχικής ή κατόπιν μεταγενέστερης παρατάσεως με τροποποίηση του καταστατικού) δεν επέρχεται, εάν αυτή (η εταιρεία) συνεχίζεται σιωπηρά και ύστερα από την πάροδο της διάρκειάς της. Στην περίπτωση αυτή, έχομε σιωπηρή ανανέωσή της για αόριστο χρόνο (άρθρο 769 A.K.). <strong>β) Λύση της εταιρείας με δικαστική απόφαση</strong>. Tα άρθρα 766-767 του Aστικού Kώδικα προβλέπουν τη λύση της εταιρείας με καταγγελία ενός ή περισσοτέρων μελών της (ομορρύθμων ή ετερορρύθμων), ανεξαρτήτως αν είναι ορισμένης ή αόριστης διάρκειας. Kαι στις δύο περιπτώσεις, αν ο εταίρος κατάγγειλε την εταιρεία άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο, που να δικαιολογεί την άκαιρη καταγγελία, ενέχεται για τη ζημία που προκάλεσε η λύση της εταιρείας στους άλλους εταίρους. Oι διατάξεις αυτές για την καταγγελία της εταιρείας εκ μέρους εταίρου ­ελλείψει άλλων αναλόγων διατάξεων στον Eμπορικό Nόμο­ εφαρμόζονταν πλήρως και στις προσωπικές εμπορικές εταιρείες μέχρι τη δημοσίευση του N. 4072/11.4.2012. Πλουσία επ αυτού και η σχετική νομολογία. (3) O νόμος 4072/2012 δεν περιέλαβε στο άρθρο 259 αυτού, μεταξύ των λόγων λύσεως της εταιρείας, και τη δυνατότητα ενός ή περισσοτέρων εταίρων να καταγγείλουν την εταιρεία και να προκαλέσουν, έτσι, τη λύση της. Aντίθετα, εισάγει νέο λόγο λύσεως της εταιρείας με δικαστική απόφαση, μετά από αίτηση εταίρου ή εταίρων, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος (άρθρο 259 § 1). H νέα ρύθμιση αποτρέπει τη λύση της εταιρείας χωρίς να υπάρχει πράγματι σπουδαίος λόγος και αυτό είναι πολύ σημαντικό για τη σταθερότητα και την πρόοδο της εταιρείας. H δικαστική λύση της εταιρείας για σπουδαίο λόγο αφορά τόσο την εταιρεία αορίστου χρόνου, όσο και την ορισμένου χρόνου (βλ. αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 259). <strong>H ύπαρξη σπουδαίου λόγου </strong>επιτρέποντος την καταγγελία της εταιρείας είναι ζήτημα πραγματικό, που τελικά θα διαπιστώσει το δικαστήριο. Eνδεικτικά αναφέρονται εδώ ως σπουδαίοι λόγοι η αντισυμβατική συμπεριφορά κάποιου εταίρου, όπως η διενέργεια ανταγωνιστικών πράξεων (4), η κακή πορεία των εργασιών της εταιρείας, οι σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των εταίρων, η αδυναμία κάποιου ή κάποιων εταίρων να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους π.χ. λόγω μακράς ασθενείας κ.λπ. (5) Mετά τη λύση της εταιρείας, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των εταίρων, κάθε εταίρος και αν ακόμα δεν είναι διαχειριστής, μπορεί με αίτησή του, που απευθύνεται κατά των λοιπών εταίρων, να ζητήσει από το δικαστήριο διορισμό εκκαθαριστή (Eφ. Aθηνών 6396/94 &#8211; E.Eμπ. Δ. 1995, σελ. 413). <strong>Δημοσιότητα της λύσεως της εταιρείας και διαγραφή από το ΓE.M.H.</strong> Στο Γ.E.MH. καταχωρείται κάθε μεταβολή του νομικού προσώπου της εταιρείας, συνεπώς και η λύση αυτής. H διαγραφή της λυθείσας εταιρείας από το Γ.E.MH. γίνεται μετά την περάτωση της εκκαθαρίσεως με αίτηση του εκκαθαριστή (άρθρο 10 § 1 περ. ε του N. 3419/2005. <strong>γ) Λύση της εταιρείας με την κήρυξη αυτής σε πτώχευση</strong>. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 259 του N. 4072/2012 προβλέπεται ρητώς ότι η ομόρρυθμη εταιρεία λύεται με την κήρυξή της σε πτώχευση. Aπό τη θεωρία και τη νομολογία (A.Π. 1002/1994) γίνεται δεκτό ότι η κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση έχει ως συνέπεια την αυτόθροη (ταυτόχρονη) συμπτώχευση των ομόρρυθμων εταίρων αυτής. H συμπτώχευση των ομόρρυθμων μελών της πτωχεύσασας εταιρείας επέρχεται, χωρίς να απαιτείται να διαλαμβάνεται αυτό στην κηρύξασα την πτώχευση απόφαση, ο δε σύνδικος της πτωχεύσασας εταιρείας είναι και σύνδικος των πτωχεύσεων των ομόρρυθμων μελών (βλ. αποφάσεις Eφ. Πατρών 6/1999 και 10798/87 Eφ. Aθηνών και, επίσης, έκθεση της Διεύθυνσης Eπιστημονικών Mελετών της Bουλής επί της παραγράφου 1 του άρθρου 259 του N. 4072/2012). <strong>δ) Λύση της εταιρείας με απόφαση των εταίρων.</strong> Πριν από το πέρας του χρόνου διάρκειας της εταιρείας, αυτή μπορεί να λυθεί με απόφαση των εταίρων (άρθρο 259 § 1 N. 4072/2012). Tο καταστατικό μάλιστα μπορεί να προβλέπει ότι την απόφαση περί λύσεως της εταιρείας παίρνει η πλειοψηφία των εταίρων ή και ένας μόνο εταίρος, κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από τους λοιπούς εταίρους. H συμφωνία των εταίρων για τη λύση της εταιρείας θα γίνει, βέβαια, γραπτώς και το σχετικό έγγραφο θα υποβληθεί στη διαδικασία της δημοσιότητας που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις περί Γ.E.MH. (N. 3419/2005). <strong>H συγκέντρωση των εταιρικών μεριδίων σε ένα εταίρο.-</strong> Στην επιστήμη του εμπορικού δικαίου υποστηρίζεται ότι με την συγκέντρωση όλων των εταιρικών μεριδίων σε ένα μόνο εταίρο επέρχεται η λύση της εταιρείας (μάλλον η μετατροπή αυτής, ουσιαστικά, σε ατομική επιχείρηση). Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται εκκαθάριση και διανομή. Όλες οι πράξεις με τις οποίες έγινε η συγκέντρωση των εταιρικών μεριδίων σε ένα μόνο εταίρο πρέπει κανονικά να δημοσιευθούν, όπως ο νόμος ορίζει (N. 4072/2012, N. 3419/2005, όπως τροποποιηθείς με το N. 3853/2010 ισχύει). <strong>Aν αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ένας ή περισσότεροι εταίροι και παραμείνει ένας μόνο εταίρος,</strong> η εταιρεία λύνεται, εφόσον μέσα σε δύο μήνες δεν δημοσιευθεί στο Γ.E.MH. η είσοδος νέου εταίρου (άρθρο 267 N. 4072/2012). H διάταξη αυτή λαμβάνει υπ όψη την αρχή (δηλ. την ανάγκη) της διατήρησης της εταιρικής επιχείρησης (αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 267). <strong>H μετατροπή και η συγχώνευση προσωπικών εταιρειών.</strong>&#8211; H μετατροπή και η συγχώνευση ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας σε άλλο τύπο ή μορφή εταιρείας δεν συνιστά νέο νομικό πρόσωπο. Tόσο στη μετατροπή όσο και στη συγχώνευση, οι μετατρεπόμενες ή συγχωνευόμενες εταιρείες δεν μπαίνουν στο στάδιο της εκκαθαρίσεως και διανομής και συνεπώς δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι επέρχεται λύση αυτών. Aυτά από πλευράς εμπορικού δικαίου. Tο ίδιο πνεύμα διέπει και τις διατάξεις των φορολογικών νόμων. <strong>Λόγοι λύσεως της εταιρείας που αφορούν τους εταίρους</strong> Tα άρθρα 773, 774 και 775 του Aστικού Kώδικα αναφέρουν ότι με το θάνατο, την απαγόρευση (νόμιμη ή δικαστική) και την πτώχευση ενός από τους εταίρους η εταιρεία λύεται, εκτός εάν συμφωνήθηκε ότι σε τέτοια περίπτωση αυτή θα συνεχίζεται μεταξύ των λοιπών εταίρων ή μεταξύ αυτών και των κληρονόμων του θανόντος εταίρου. Στο καταστατικό μπορεί να αναφέρονται και άλλοι σπουδαίοι λόγοι που να επιφέρουν τη λύση της εταιρείας, όπως η παρατεινόμενη πέραν ενός χρονικού ορίου σοβαρή ασθένεια ενός εταίρου, η οποία τον εμποδίζει να ανταποκριθεί στις εταιρικές του υποχρεώσεις. Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και οι σχετικές διατάξεις του νέου νόμου 4072/2012. <strong>α) Λύση της εταιρείας λόγω θανάτου εταίρου</strong>. H εταιρεία λύνεται με το θάνατο ενός από τους εταίρους. Mπορεί όμως να συμφωνηθεί ότι η εταιρεία θα συνεχιστεί είτε μεταξύ των λοιπών εταίρων είτε μεταξύ αυτών και των κληρονόμων εκείνου που πέθανε. H ανηλικότητα των κληρονόμων δεν παραβλάπτει το κύρος της συμφωνίας. Aν η εταιρεία λυθεί με το θάνατο ενός από τους εταίρους, ο κληρονόμος του έχει υποχρέωση να το γνωστοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στους λοιπούς εταίρους και, αν επίκειται κίνδυνος από την αναβολή, να συνεχίσει τη διαχείριση που είχε ανατεθεί σ εκείνον που πέθανε, ωσότου ληφθούν τα αναγκαία μέτρα. Mε τους ίδιους όρους έχουν και οι λοιποί εταίροι υποχρέωση να συνεχίσουν προσωρινά τη διαχείριση που τους είχε ανατεθεί. Στο διάστημα αυτό η εταιρεία λογίζεται ότι υπάρχει (άρθρα 773-774 A.K.). H παράγραφος 1 του άρθρου 265 του N. 4072/2012 ορίζει ότι σε περίπτωση συνεχίσεως της εταιρείας με τους κληρονόμους του θανόντος εταίρου, κάθε κληρονόμος μπορεί να εξαρτήσει την παραμονή του στην εταιρεία από το αν θα λάβει τη θέση ετερόρρυθμου εταίρου. Eφόσον οι εταίροι δεν κάνουν δεκτή την πρότασή του, ο κληρονόμος μπορεί να εξέλθει από την εταιρεία. Aλλά και εάν συνεχίζεται η εταιρεία μεταξύ των επιζώντων εταίρων ή μεταξύ αυτών και των κληρονόμων του θανόντος, πρέπει να συνταχθεί έγγραφο τροποποιητικό του καταστατικού, στο οποίο αναγράφονται οι μεταβολές ­μία των οποίων μπορεί να είναι η αλλαγή διαχειριστών, αν ο εταίρος που πέθανε ήταν διαχειριστής (6). Tο έγγραφο αυτό θα υποβληθεί στη διαδικασία δημοσιότητας που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις περί Γ.E.MH. (N. 3419/2005). Ό,σα αναπτύσσονται ανωτέρω ισχύουν και για την περίπτωση λύσεως εταιρείας (που είναι μέλος προσωπικής εταιρείας), η οποία ισοδυναμεί με το θάνατο φυσικού προσώπου. <strong>β) Λύση εταιρείας λόγω απαγορεύσεως εταίρου</strong>. H εταιρεία λύεται με την απαγόρευση (νόμιμη ή δικαστική) ενός από τους εταίρους, εκτός αν συμφωνήθηκε πως σ αυτή την περίπτωση η εταιρεία θα συνεχίζεται μεταξύ των λοιπών εταίρων (άρθρο 775 A.K.). Eάν ο εταίρος τέθηκε σε απαγόρευση από το δικαστήριο, η λύση της εταιρείας επέρχεται μετά από την τελεσίδικη απόφαση. Tα ανωτέρω ισχύουν τόσο για τον ομόρρυθμο, όσο και για τον ετερόρρυθμο εταίρο, καθώς επίσης ­κατά την επικρατούσα γνώμη­ και για τον εταίρο που τέθηκε υπό δικαστική αντίληψη. Διαφορετική ρύθμιση προβλέπει το άρθρο 260 του νέου νόμου 4072/2012, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του οποίου, η υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση (απαγόρευση-αντίληψη) εταίρου επιφέρει την έξοδό του από την εταιρεία, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση. <strong>γ) Λύση της εταιρείας λόγω πτωχεύσεως εταίρου</strong>. H εταιρεία λύεται με την κήρυξη σε πτώχευση ενός από τους εταίρους (ανεξάρτητα αν είναι ομόρρυθμος ή ετερόρρυθμος), εκτός αν συμφωνήθηκε ότι σε τέτοια περίπτωση η εταιρεία θα συνεχίζεται μεταξύ των λοιπών εταίρων (άρθρο 775 A.K.) (7). Tο άρθρο 260 § 1 του N. 4072/2012, όπως σημειώνεται και παραπάνω, εισάγει διαφορετική ρύθμιση και στις συνέπειες της πτωχεύσεως εταίρου. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η πτώχευση εταίρου επιφέρει την έξοδό του από την εταιρεία, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση. <strong>Eπίδραση της λύσεως της εταιρείας στις εκκρεμείς συμβάσεις</strong>. H λύση της ομόρρυθμης εταιρείας δεν συνεπάγεται και τη λύση των υφισταμένων μετ αυτής συμβάσεων. Oι ομόρρυθμοι εταίροι ευθύνονται μαζί με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας εις ολόκληρον έκαστος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που νομίμως έχει αναλάβει η εταιρεία και οι δανειστές της εταιρείας δικαιούνται να απαιτήσουν το χρέος αυτής από οποιοδήποτε από τους συνοφειλέτες κατ αρέσκειαν. H ευθύνη αυτή των ομόρρυθμων εταίρων συνεχίζεται και μετά τη λύση της εταιρείας μέχρι πλήρους ικανοποιήσεως των δανειστών της (8). H ευθύνη αυτή παραγράφεται, κατά το άρθρο 269 του N. 4072/2012 μετά πέντε (5) έτη από την καταχώριση της λύσεως της εταιρείας στο Γ.E.MH., εκτός αν η αξίωση κατά της εταιρείας υπόκειται σε βραχύτερη παραγραφή. Aν η αξίωση του δανειστή κατά της εταιρείας καταστεί ληξιπρόθεσμη μετά την καταχώριση της λύσεως στο Γ.E.MH., η παραγραφή αρχίζει από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη. Διαδικασία ίδρυσης/έναρξης/σύστασης Α.Ε. (Ανώνυμης Εταιρείας)</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ Ε.Π.Ε.</title>
		<link>https://nikoskapelislaw.gr/service/%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b5%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%81%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b7%cf%83-%ce%b5%cf%85%ce%b8%cf%85%ce%bd%ce%b7%cf%83-%ce%b5-%cf%80-%ce%b5/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[JS]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 11 Oct 2020 13:33:42 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://nikoskapelislaw.gr/?post_type=service&#038;p=1993</guid>

					<description><![CDATA[Η Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.) είναι μια εταιρική μορφή. Ως θεσμός στην Ελλάδα καθιερώθηκε το 1955, ενώ στην Δυτική Ευρώπη από το τέλος του προηγούμενου αιώνα, κάλυψε μια κοινωνική και οικονομική ανάγκη των ανθρώπων που ασχολούνται με τις επιχειρήσεις. Η ανάγκη αυτή ήταν να διοικούν οι ίδιοι την εταιρεία τους, αλλά να ευθύνονται μόνο μέχρι [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<p>Η Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.) είναι μια εταιρική μορφή. Ως θεσμός στην Ελλάδα καθιερώθηκε το 1955, ενώ στην Δυτική Ευρώπη από το τέλος του προηγούμενου αιώνα, κάλυψε μια κοινωνική και οικονομική ανάγκη των ανθρώπων που ασχολούνται με τις επιχειρήσεις. Η ανάγκη αυτή ήταν να διοικούν οι ίδιοι την εταιρεία τους, αλλά να ευθύνονται μόνο μέχρι του ποσού που συμμετέχουν σε αυτή. Παλαιότερα, οι επιχειρηματίες χρησιμοποιούσαν τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας για να συγκαλύψουν μια οικογενειακή επιχείρηση. Στην Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης συμμετέχουν ονομαστικά ορισμένα πρόσωπα. Καθένα από αυτά ευθύνεται μόνο μέχρι του ποσού της εταιρικής του μερίδας, που δεν μπορεί να παρασταθεί με μετοχές και δεν μπορεί να μεταβιβαστεί αν δεν συμφωνούν όλοι οι εταίροι. Επομένως, στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης συνδυάζονται πλεονεκτήματα των ομόρρυθμων εταιρειών και ανώνυμων εταιρειών, ενώ δεν αντιμετωπίζει δυσχέρειες στην ίδρυση της και τη διάλυση της και ούτε απαιτούνται μεγάλα κεφάλαια σε σχέση με τις Ανώνυμες. Η Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης διοικείται από τη γενική συνέλευση των εταίρων. Η διαχείριση της εταιρείας ανήκει κατ&#8217; αρχήν σε όλους τους εταίρους, αλλά οπωσδήποτε υπάρχει η δυνατότητα να διοριστούν διαχειριστές, ή διαχειριστής που να είναι εταίρος ή όχι. <u>Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε.</u> Υπάρχει η δυνατότητα (σύμφωνα με τον άρθρο 43Α του Ν.3190/1955[1]) δημιουργίας Ε.Π.Ε. η οποία να έχει μέτοχο μόνο ένα πρόσωπο (φυσικό ή νομικό). Πάντως η σύσταση ή η μετατροπή σε Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε. θεωρείται άκυρη αν το μοναδικό πρόσωπο που συμμετέχει σε αυτήν είναι ταυτόχρονα και το μοναδικό πρόσωπο σε άλλη, επίσης Μονοπρόσωπη, Ε.Π.Ε. ή το μοναδικό πρόσωπο είναι μια άλλη Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε. <strong><u>Ίδρυση της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.)</u></strong> <strong><u>Εμπορική ιδιότητα Ε.Π.Ε. </u></strong>Η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης είναι εμπορική και αν ο σκοπός αυτής δεν είναι εμπορική επιχείρηση (άρθρο 3 § 1 Ν. 3190/55)0. Η Ε.Π.Ε, δηλαδή, είναι εμπορική εταιρεία κατά το τυπικό κριτήριο. Όσον αφορά τα μέλη της Ε.Π.Ε., η θεωρία κατά πλειοψηφίαν, αλλά κυρίως η νομολογία, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, δέχονται ότι αυτά, από μόνο το γεγονός της συμμετοχής τους στην εταιρεία, δεν αποκτούν την εμπο­ρική ιδιότητα(1). Για να συμβεί αυτό χρειάζεται ο εταίρος της Ε.Π.Ε. να έχει ενεργό συμμετοχή στις εργασίες της εταιρείας. <strong><u>Ορισμός, χαρακτηριστικά της Ε.Π.Ε.</u></strong> Ο νόμος δεν δίνει τον ορισμό της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, αφήνοντας, προφανώς, το έργο αυτό στην επιστήμη. Το άρθρο 1 του Ν. 3190/55, απλώς, προσπαθεί να περιγράψει — μάλλον ατελώς — την έννοια της Ε.Π.Ε. Βασιζόμενοι στις διατάξεις του Ν. 3190/55, μπορούμε να προσδιορί­σουμε τα γενικά χαρακτηριστικά της Ε.Π.Ε. Αποτελεί, ασφαλώς, νομικό πρόσωπο και κατά το άρθρο 3 του Ν. 3190/55 είναι εμπορική εταιρεία κατά το τυπικό κριτήριο, έστω και αν ο σκοπός αυτής δεν είναι εμπορική επιχείρηση. Στην Ε.Π.Ε., για τις εταιρικές υποχρεώσεις ευθύνεται μόνο η εταιρεία· εν τούτοις, υπάρχει και παράλληλη ατομική ευθύνη των εταίρων για χρέη της Ε.Π.Ε. προς το δημόσιο και το Ι.Κ.Α., που καθιερώθηκε με το άρθρο 69 του Ν.Δ. 356/74 (Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων). Το εταιρικό κεφάλαιο είναι διαιρεμένο σε ίσα εταιρικά μερίδια, τα οποία, όμως, δεν επιτρέπεται να παρασταθούν με αξιόγραφα (όπως γίνεται, δηλαδή, με τις μετοχές της ανώνυμης εταιρείας). Η σύσταση της Ε.Π.Ε. συνοδεύεται με δημοσίευση του καταστατικού στο αρμόδιο πρωτοδικείο και περιλήψεως αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Δεν απαιτείται άδεια κάποιας αρχής (όπως στην ανώνυμη εταιρεία), αλλά νομοθετήθηκε (με το Π.Δ. 419/86) η καταχώρηση του καταστατικού στο μητρώο Ε.Π.Ε.Τα χαρακτηριστικά της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης εν μέρει μοιάζουν με εκείνα της ανώνυμης εταιρείας (π.χ. συνέλευση εταίρων, πε­ριορισμένη ευθύνη μελών της εταιρείας κ.ο.κ.) και εν μέρει με εκείνα της προσωπικής εταιρείας (π.χ. ύπαρξη διαχειριστή αντί διοικητικού συμβου­λίου). Μερικές φορές γίνεται συνδυασμός των χαρακτηριστικών προσω­πικής και ανώνυμης εταιρείας, όπως στη λήψη αποφάσεων κατά τις συνελεύσεις των εταίρων που απαιτείται πλειοψηφία τόσο του εταιρικού κε­φαλαίου, όσο και του όλου αριθμού των εταίρων. Η Ε.Π.Ε. είναι ο εταιρικός τύπος που βρίσκεται ανάμεσα στην ανώνυμη και την προσωπική εταιρεία. Δεν έχει τα μεινοκτήματα της πρώτης (που είναι κεφαλαιουχική εταιρεία), όπως την ανάγκη μεγάλου κεφαλαίου και ακόμα τη μειωμένη επιρροή των μετόχων στη διοίκηση της εταιρείας. Δεν έχει ούτε το μέγα μειονέκτημα των προσωπικών εταιρειών, δηλαδή, το απεριόριστο της ευθύνης των ομόρρυθμων εταίρων. <strong><u>Έννοια, επωνυμία, σκοπός</u></strong> <strong><u>Έννοια της Ε.Π.Ε. Περιορισμένη ευθύνη των μελών αυτής</u></strong> Η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του Ν. 3190/55 ορίζει ότι στις εταιρείες πε­ριορισμένης ευθύνης για τις εταιρικές υποχρεώσεις ευθύνεται μόνο η εταιρεία με την περιουσία της. Με τη διάταξη αυτή, λοιπόν, καθιερώνεται η περιορισμένη (μέχρι του ύψους της εισφοράς τους) ευθύνη των εταίρων της Ε.Π.Ε. Η αρχή αυτή αποτελεί την κυριότερη ομοιότητα της Ε.Π.Ε. προς την ανώνυμη εταιρεία, αλλά ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο πλεονέ­κτημα των εταίρων της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης. Το πλεονέκτημα αυτό έχουν όλοι οι εταίροι — δεν υπάρχουν στην Ε.Π.Ε. εταίροι ευθυνόμενοι για τα χρέη της εταιρείας με ολόκληρη την ατομική τους περιουσία αλληλεγγύως, όπως συμβαίνει με τους ομόρρυθμους εταίρους στις Ο.Ε. και Ε.Ε. Να σημειωθεί, όμως, ότι η ευθύνη των εταίρων της Ε.Π.Ε. είναι απε­ριόριστη προκειμένου για χρέη της εταιρείας προς το δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 69 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν.Δ. 356/74). Το ίδιο ισχύει και για τα χρέη της Ε.Π.Ε προς το Ι.Κ.Α. Έτσι, με τη διάταξη της § 1 του άρθρου 1 του Ν. 3190/55, προσδιορί­ζεται η έννοια της Ε.Π.Ε. ως εταιρείας με περιορισμένη ευθύνη των με­λών της χωρίς να δίδεται πλήρης ορισμός αυτής. <strong><u>Τα εταιρικά μερίδια της Ε.Π.Ε.</u></strong> Από τις διατάξεις των άρθρων 27 επ. προκύπτει ότι το κεφάλαιο της Ε.Π.Ε. διαιρείται σε εταιρικά μερίδια, που το κάθε ένα τους πρέπει να έχει ονομαστική αξία 30 ευρώ τουλάχιστον. Το σύνολο των μεριδίων ενός εταίρου αποτελεί την εταιρική μερίδα αυτού. Τα εταιρικά μερίδια δεν μπορούν να παρασταθούν με αξιόγραφα («με­τοχές» κατά την μάλλον ατυχή διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 3190/55). Μόνο για ολόκληρη τη μερίδα συμμετοχής του εταί­ρου στην Ε.Π.Ε. μπορεί να εκδοθεί έγγραφο από την εταιρεία, που απο­τελεί απλώς απόδειξη της εταιρικής ιδιότητας και πρέπει να αναγράφει την ένδειξη «ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΜΗ ΦΕΡΟΥΣΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΑΞΙΟΓΡΑΦΟΥ». Η επωνυμία της Ε.Π.Ε.— Κατά το άρθρο 2 του Ν. 3190/55, η επωνυμία της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σχηματίζεται είτε από το όνομα ενός ή περισσοτέρων εταίρων είτε προσδιορίζεται από το αντικεί­ μενο της επιχειρήσεως που ασκείται από αυτήν. Στην πράξη, πολλές φορές, χρησιμοποιούνται για το σχηματισμό της επωνυμίας της Ε.Π.Ε. και τα δύο μαζί, δηλαδή, τόσο το όνομα κάποιου εταίρου, όσο και το αντικείμενο των εργασιών της, γιατί από την προαναφερθείσα διάταξη δεν προκύπτει πως κάτι τέτοιο απαγορεύεται. Π.χ. «Γ.ΠΑΠΑΣ ΧΗΜΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ — ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ». Εκείνο που επιβάλλεται από το νόμο (παράγραφος 2 άρθρο 2 Ν. 3190/55) είναι, πως στην εταιρική επωνυμία πρέπει να περιέχονται, οπωσδήποτε, ολογράφως οι λέξεις «Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης». Άκυρη κηρύσσεται με δικαστική απόφαση η εταιρεία, εάν στο συμβολαιογραφικό έγγραφο συστάσεως της (καταστατικό) δεν περιληφθεί η επωνυμία της ή έαν η περιληφθείσα επωνυμία δεν είναι σύμφωνη με το νόμο. Με συμφωνία όλων των εταίρων, όμως, μπορεί να συμπληρωθεί ή τροποποιηθεί το αρχικό (συστατικό) της εταιρείας έγγραφο και να γίνει η νόμιμη δημοσίευση, οπότε θεραπεύεται η ακυρότητα. Είναι υποχρεωτική η αναγραφή της επωνυμίας και του κεφαλαίου σε όλα τα έντυπα της εταιρείας ή σε δημοσιεύσεις και διαφημίσεις. Επίσης, η έδρα και ο αριθμός μητρώου στο οποίο έχει καταχωρηθεί η εταιρεία. Τις υποχρεώσεις αυτές επιβάλλει η παράγραφος 5 του άρθρου 4 του Ν. 3190/55, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Π.Δ. 419/86. Παράβαση της επιταγής αυτής του νόμου τιμωρείται με τις ποινές του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικα, όπως ορίζει το άρθρο 60 § 13 του Ν. 3190/55. <strong><u>Εμπορική ιδιότητα Ε.Π.Ε.</u></strong> Η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης είναι εμπορική και αν ο σκοπός αυτής δεν είναι εμπορική επιχείρηση (άρθρο 3 § 1 Ν. 3190/55)0. Η Ε.Π.Ε, δηλαδή, είναι εμπορική εταιρεία κατά το τυπικό κριτήριο. Όσον αφορά τα μέλη της Ε.Π.Ε., η θεωρία κατά πλειοψηφίαν, αλλά κυρίως η νομολογία, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, δέχονται ότι αυτά, από μόνο το γεγονός της συμμετοχής τους στην εταιρεία, δεν αποκτούν την εμπο­ρική ιδιότητα(1). Για να συμβεί αυτό χρειάζεται ο εταίρος της Ε.Π.Ε. να έχει ενεργό συμμετοχή στις εργασίες της εταιρείας <strong><u>Ο σκοπός της Ε.Π.Ε.</u></strong> Ως προς τον σκοπό τον οποίο μπορεί να επιδιώκει η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με άλλα λόγια σχετικά με το αντικείμενο των εργασιών της, ο νόμος (παράγραφος 2 άρθρου 3 Ν. 3190/55) θέτει ένα μόνο περιορισμό. Στην Ε.Π.Ε. απαγορεύεται η άσκηση επιχειρήσεων (εργασιών) για τις οποίες έχει ορισθεί από το νόμο άλλος αποκλειστικός εταιρικός τύπος (π.χ. τραπεζικές και ασφαλιστικές εργασί­ ες ε πιτρέπεται να ασκούνται μόνο απο ανώνυμες εταιρείες). Συνεπώς και κατ&#8217; αντιδιαστολή προς την παραπάνω διάταξη, κάθε εργασία για την άσκη ση της οποίας ο νόμος δεν απαιτεί ορισμένο εταιρικό τύπο, μπορεί να ασκηθεί από Ε.Π.Ε. Ο διαχειριστής Ε.Π.Ε., η οποία ασκεί επιχείρηση κατά παράβαση της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Ν. 3190/55 τιμωρείται με τις ποινές του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικα. <strong><u>Έδρα της Ε.Π.Ε.</u></strong> Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2του άρθρου 6 του Ν. 3190/55, ως έδρα της εταιρείας περιορισμένης ευθύ­νης ορίζεται ένας δήμος ή μια κοινότητα της Ελληνικής Επικρατείας. Όταν πρόκειται για οπωσδήποτε μεγάλη πόλη, στην οποία υπάρχουν πε­ρισσότερες οικονομικές εφορίες, πρέπει να συμπληρώνεται η έδρα με τηνακριβή διεύθυνση (οδός, αριθμός, ταχυδρομικός τομέας). Τούτο είναιαπαραίτητο για να προσδιορισθεί σε ποιας οικονομικής εφορίας την αρμοδιότητα θα υπάγεται η εταιρεία. Από την έδρα της εταιρείας καθορίζεται η δωσιδοκία της εταιρείας (άρθρο 10 Α.Κ. και άρθρα 25 § 2 και 27Κ.Πολ.Δικ.). Η μεταφορά της έδρας της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης από ένα δήμο ή μια κοινότητα σε άλλο δήμο ή κοινότητα αποτελεί τροποποίηση της εταιρικής συμβάσεως και συνεπώς σε τέτοια περίπτωση πρέπει να τηρηθούν όλες οι διαδικασίες τροποποιήσεως του καταστατικού (λήψη αποφάσεως από τη συνέλευση των εταίρων, σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, ανακοίνωση στις οικονομικές εφορίες της πρώην και της νέας έδρας της εταιρείας, καταχώρηση στα βιβλία εταιρειών του πρωτοδικείου, δημοσίευση ανακοινώσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως). Η μεταφορά, όμως, των γραφείων της έδρας της εταιρείας εντός των ορίων του αυτού δήμου ή κοινότητας (που είναι η έδρα αυτής) δεν αποτελεί τροποποίηση του καταστατικού και απλώς αναγγέλλεται στην οικονομική εφορία. Εάν τα νέα γραφεία της έδρας της εταιρείας βρίσκονται στη δικαιο­δοσία άλλης οικονομικής εφορίας, η αναγγελία θα γίνει και προς την παλαιά και τη νέα εφορία. Καταστατική έδρα της Ε.Π.Ε. καλείται αυτή που αναφέρεται στο καταστατικό, ενώ πραγματική έδρα είναι εκείνη που από τις περιστάσεις αποδεικνύεται ότι αποτελεί το κέντρο των δραστηριοτήτων της εταιρείας. Πριν από τη σύναψη της συμβολαιογραφικής πράξεως της εταιρικής συμβάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται εταιρεία περιορισμένης ευθύνης «υπό ίδρυσιν», αλλά προσωπική «εν τοις πράγμασι», δηλαδή, άΰ Γ&amp;οΙο εταιρεία. Το ίδιο συμβαίνει και με εταιρεία περιορισμένης ευθύνης της οποίας η καταστατική έδρα βρίσκεται στην αλλοδαπή και η πραγμα­τική στην Ελλάδα. Και η εταιρεία αυτή δεν θεωρείται ότι αποτελεί Ε.Π.Ε. «υπό ίδρυσιν», αλλά προσωπική «εν τοις πράγμασι» εταιρεία, της οποίας ο ειδικότερος χαρακτήρας (ομόρρυθμος, αφανής) προσδιορίζεται από τον τρόπο δράσεως των μελών της. Εξ άλλου, δεν είναι αλλοδαπή η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που έχει την καταστατική της έδρα στην αλλοδαπή, ενώ η πραγματική της έδρα βρίσκεται στην Ελλάδα. Η εταιρεία αυτή θεωρείται ελληνική. <strong><u>Εταιρικό κεφάλαιο, εισφορές</u></strong> <strong><u>Εταιρικό κεφάλαιο</u></strong> Το κεφάλαιο της Ε.Π.Ε. δεν μπορεί να είναι κατώτερο των Δέκα οχτώ χιλιάδων (18.000) Ευρώ και πρέπει να καταβληθεί ολόκληρο κατά την κατάρτιση της εταιρικής συμβάσεως, δηλαδή, κατά την υπογραφή του σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου. Ακόμα, το μισό τουλάχιστον του εταιρικού κεφαλαίου πρέπει να είναι καταβλημένο σε μετρητά (άρθρο 4 § 1 Ν. 3190/55). Από τη διατύπωση της ανωτέρου διατάξεως προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Στο ιδρυτικό συμβόλαιο πρέπει να αναφέρεται ρητώς πως κατεβλήθη το εταιρικό κεφάλαιο, π.χ. με καταμέτρηση των μετρητών ενώπιον του συμβολαιογράφου ή με τις συνημμένες επιταγές τάδε και τάδε(1). Μέρος του Κεφαλαίου μπορεί να προέρχεται από εισφορές των εταίρων σε είδος (που, όμως, υποχρεωτικά θα εκτιμηθούν από την επιτροπή του άρθρου 9 του Κ.Ν. 2190/20). Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να μειωθεί το κεφάλαιο της Ε.Π.Ε. κάτω των 18.000. (άρθρο 41 § 3 Ν. 3190/55). Σε καμιά περί­πτωση σημαίνει και για όλο το χρονικό διάστημα της λειτουργίας της. Ανώτατο όριο κεφαλαίου για την Ε.Π.Ε. δεν θέτει ο νόμος. Σε κάθε έντυπο ή διαφήμιση ή δημοσίευση της Ε.Π.Ε. πρέπει απα­ραίτητα να μνημονεύεται, εκτός των άλλων υποχρεωτικών στοιχείων, και το εταιρικό κεφάλαιο ( άρθρο 4 § 5 Ν. 3190/55). Η αρχή της σταθερότητας του κεφαλαίου ισχύει και στην Ε.Π.Ε., όπως σε όλες τις εταιρείες, και τονίζει τον κεφαλαιουχικό χαρακτήρα αυτής. Ο χαρακτήρας αυτός, όμως, αδυνατίζει από το γεγονός ότι το κατώτατο επιτρεπόμενο όριο του εταιρικού κεφαλαίου (18.000 Ευρώ.) δεν έχει αναπροσαρμοσθεί από το 1955, έτος κατά το οποίο θεσπίσθηκε η εταιρεία και φυσικά θεωρείται πολύ μικρό. <strong><u>Εταιρική μερίδα, εταιρικό μερίδιο</u></strong> Το κεφάλαιο της Ε.Π.Ε. διαιρείται σε εταιρικά μερίδια. Το εταιρικό μερίδιο δεν επιτρέπεται να εί­ναι μικρότερο των 10.000 δρχ. Μπορεί, όμως, να είναι μεγαλύτερο των 10.000, αλλά στην περίπτωση αυτή πρέπει να είναι ακέραιο πολλαπλάσιο του ποσού των 10.000 (ήτοι 20.000, 30.000, 40.000 κ.ο.κ.). Κάθε εταίρος μπορεί να συμμετέχει στο σχηματισμό του εταιρικού κεφαλαίου με περισσότερα μερίδια, τα οποία αποτελούν την μερίδα συμ­μετοχής του (εταιρική μερίδα).</p>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΑ</title>
		<link>https://nikoskapelislaw.gr/service/%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[JS]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 11 Oct 2020 13:32:30 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://nikoskapelislaw.gr/?post_type=service&#038;p=1992</guid>

					<description><![CDATA[Εταιρεία ή και εταιρία είναι η οποιαδήποτε ένωση προσώπων Φυσικών ή Νομικών προς επίτευξη κάποιου κοινού σκοπού. Συνεπώς η εταιρεία δεν έχει πάντα κερδοσκοπικό χαρακτήρα, αλλά μπορεί να είναι θρησκευτικού, πολιτικού, φιλανθρωπικού ή άλλου σκοπού. Οι εταιρικές επιχειρήσεις είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας δυο ή περισσότερων ατόμων ή φορέων, με σκοπό το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Εμφανίζονται σε πολλές μορφές, όπως ομόρρυθμη, ετερόρρυθμη, Ανώνυμη Εταιρεία κτλ. και έχουν πολλά πλεονεκτήματα [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<p><strong>Εταιρεία</strong> ή και <strong>εταιρία</strong> είναι η οποιαδήποτε ένωση προσώπων <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF">Φυσικών</a> ή <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF">Νομικών</a> προς επίτευξη κάποιου κοινού σκοπού. Συνεπώς η εταιρεία δεν έχει πάντα κερδοσκοπικό χαρακτήρα, αλλά μπορεί να είναι θρησκευτικού, πολιτικού, φιλανθρωπικού ή άλλου σκοπού. Οι <strong>εταιρικές επιχειρήσεις</strong> είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας δυο ή περισσότερων ατόμων ή φορέων, με σκοπό το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Εμφανίζονται σε πολλές μορφές, όπως <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%BC%CF%8C%CF%81%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CE%B7_%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1">ομόρρυθμη</a>, <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%81%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CE%B7_%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1">ετερόρρυθμη</a>, <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%B7_%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1">Ανώνυμη Εταιρεία</a> κτλ. και έχουν πολλά πλεονεκτήματα σε σχέση με τις ατομικές: ευκολότερη συγκέντρωση <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF_%28%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AC%29">κεφαλαίων</a>, μεγαλύτερη πιστοληπτική ικανότητα, ορθότητα αποφάσεων λόγω του συλλογικού χαρακτήρα κτλ. Βεβαίως υπάρχουν και μειονεκτήματα, όπως, για παράδειγμα, η βραδύτητα στη λήψη αποφάσεων, η δυσκολία προσαρμογής στις αλλαγές της αγοράς λόγω της πολυπλοκότητας της παραγωγής της κ.ά. Διακρίνονται κυρίως σε:</p>
<ul>
<li>Προσωπικές (<a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%BC%CF%8C%CF%81%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CE%B7_%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1">Ο.Ε.</a>, <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%81%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CE%B7_%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1">Ε.Ε.</a>, αφανείς)</li>
<li>Κεφαλαιουχικές &#8211; Απρόσωπες (<a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99.%CE%9A.%CE%95.">Ι.Κ.Ε.</a>, <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%A0%CE%95">Ε.Π.Ε.</a>, <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%95">Α.Ε</a>.)</li>
</ul>
<p>Στην εταιρεία συμμετέχουν δύο ή περισσότεροι <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82">συμβαλλόμενοι</a>. Με την ίδρυση μιας εταιρείας γίνεται ο συνδυασμός των πόρων των συμβαλλόμενων έτσι ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός της, κάτι που το καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θα μπορούσε ή θα απαιτούσε δυσανάλογα μεγάλο κόπο για να το πραγματοποιήσει μόνο του. Σύμφωνα με τον <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%BA%CF%8E%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%82">Αστικό Κώδικα</a>, εταιρεία είναι η αμφοτεροβαρής σύμβαση με την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα αναλαμβάνουν μεταξύ τους την υποχρέωση να επιδιώξουν ένα κοινό σκοπό, καταβάλλοντας ίσες, αν δεν έχει οριστεί διαφορετικά, προς το μέγεθος εισφορές. Αν η εταιρεία συσταθεί με έγγραφη συμφωνία, η συμφωνία αυτή ονομάζεται <a href="https://el.wikipedia.org/w/index.php?title=%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C&amp;action=edit&amp;redlink=1">καταστατικό</a>. Στις εμπορικές εταιρείες (προσωπικές και κεφαλαιουχικές) η ύπαρξη καταστατικού είναι αναγκαία προϋπόθεση σύστασης της εταιρείας. Για λόγους προστασίας των συναλλασσομένων με την εταιρεία μπορεί ο νόμος να απαιτεί (ανάλογα με τον τύπο της εταιρείας) τη δημοσίευση του καταστατικού, ώστε τρίτοι να μπορούν να διαπιστώσουν ποιος έχει εξουσία εκπροσώπησης της εταιρείας. Σε απλές μορφές εταιρείας (αστική, αφανής) η ύπαρξη γραπτού καταστατικού δεν είναι αναγκαία. <strong>ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ </strong><strong>A</strong><strong>.</strong><strong>E</strong>. Η ανώνυμη εταιρεία μπορεί να ιδρυθεί από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή να καταστεί μονοπρόσωπη με τη συγκέντρωση όλων των μετοχών σε ένα μόνο πρόσωπο.(Αρθρο 1 του νόμου 2190/1920) Τα ιδρυτικά/ό μέλη της ανώνυμης εταιρείας μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας τους (σύμφωνα με το άρθρο 127 του Αστικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Ν.1329/1983). Συμμετοχή ανηλίκου στην ίδρυση ανώνυμης εταιρείας επιτρέπεται μόνο κατόπιν δικαστικής άδειας. Κατώτερο όριο γενικώς για την ίδρυση Ανώνυμης Εταιρείας είναι τα 60.000 €. (άρθρο 8, παρ.2 Κ.Ν. 2190/20, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ.1 του Ν.2579/98), ενώ υπάρχουν περιπτώσεις που ο νόμος απαιτεί πολύ μεγαλύτερο ποσό κεφαλαίου. Π.χ. οι προερχόμενες από συγχώνευση ή μετατροπή κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 1297/1972 και του Ν. 2166/1993 ανώνυμες εταιρείες πρέπει να έχουν ελάχιστο ύψος μετοχικού κεφαλαίου 300.000 €. Σύμφωνα με το Ν.2842/2000, το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο για την ίδρυση Α.Ε. από 1/1/2002 ορίζεται στα 60.000 €. Βασικά Χαρακτηριστικά Τα βασικά χαρακτηριστικά της ανώνυμης εταιρείας είναι τα ακόλουθα: 1. Το μεγάλο σχετικά κεφάλαιο που απαιτείται για την ίδρυσή της 2. Η διαίρεση του κεφαλαίου σε ίσα μερίδια, που ενσωματώνονται σε έγγραφα, τις μετοχές 3. Οι αυστηροί όροι δημοσιότητας κατά την ίδρυσή της αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της 4. Η μακρά διάρκειά της (συνήθως 50 ετών) 5. Η περιορισμένη ευθύνη των μετόχων 6. Η λήψη αποφάσεων κατά πλειοψηφία 7. Η ύπαρξη δύο οργάνων, ήτοι της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων και του Διοικητικού Συμβουλίου. Διαδικασία σύστασης Α.Ε.   <strong>ΣΥΝΤΑΞΗ ΣΧΕΔΙΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ </strong>Οι διαδικασίες σύστασης μίας Ανώνυμης Εταιρείας ξεκινούν από τη σύνταξη του Σχεδίου του Καταστατικού της εταιρείας. Το καταστατικό αποτελεί το νομικό έγγραφο της συστάσεως της εταιρείας αλλά επίσης προδιαγράφει και όλα τα βασικά θέματα που αφορούν στις σχέσεις των μετόχων, στη διοίκηση της εταιρείας, σε θέματα που αφορούν τη διάρκεια ζωής της αλλά και τη διάλυσή της. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του K.N. 2190/1920 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Π.Δ. 409/1986 και με το άρθρο 4 του 3604/2007) το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας πρέπει να περιέχει διατάξεις: α. Για την εταιρική επωνυμία και το σκοπό της εταιρείας. β. Για την έδρα της εταιρείας. γ. Για τη διάρκειά της. δ. Για το ύψος και τον τρόπο καταβολής του εταιρικού κεφαλαίου. ε. Για το είδος των μετοχών, καθώς και για τον αριθμό, την ονομαστική αξία και την έκδοση τους. στ. Για τον αριθμό των μετοχών κάθε κατηγορίας, εάν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετόχων. ζ. Για τη μετατροπή ονομαστικών μετοχών σε ανώνυμες, η ανωνύμων σε ονομαστικές. η. Για τη σύγκληση, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου. θ. Για τη σύγκληση, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες των γενικών συνελεύσεων. ι. Για τους ελεγκτές. ια. Για τα δικαιώματα των μετόχων. ιβ. Για τον ισολογισμό και τη διάθεση των κερδών. ιγ. Για τη λύση της εταιρείας και την εκκαθάριση της περιουσίας της. Το καταστατικό δεν απαιτείται να περιέχει διατάξεις, έστω και εάν αναφέρονται στα παραπάνω, εφόσον αποτελούν απλώς επανάληψη ισχυουσών διατάξεων του νόμου περι ανωνύμων , εκτός αν εισάγεται επιτρεπτή παρέκκλιση από αυτές. Το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας πρέπει να αναφέρει επίσης: α. Τα ατομικά στοιχεία των νομικών ή φυσικών προσώπων που υπέγραψαν το καταστατικό της εταιρείας ή στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων έχει υπογραφεί το καταστατικό αυτό. β. Το συνολικό ποσό, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, όλων των δαπανών που απαιτήθηκαν για τη σύσταση της εταιρείας και βαρύνουν αυτή. Οι ιδρυτές είναι υπεύθυνοι για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η εταιρεία ή οι καλόπιστοι τρίτοι, μέτοχοι ή μη, από τυχόν παράλειψη υποχρεωτικής διάταξης του καταστατικού ή ανακριβείς πληροφορίες που δόθηκαν κατά την εγγραφή στο κεφάλαιο ή περιλήφθηκαν στο καταστατικό, από τη μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την εκτίμηση και την καταβολή των εισφορών, καθώς και από την τυχόν κήρυξη της ακυρότητας της εταιρείας, εάν γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τις σχετικές πλημμέλειες. Η αξίωση αποζημίωσης του προηγούμενου εδαφίου παραγράφεται μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από την ίδρυση της εταιρείας. Το καταστατικό, ως το σύνολο των διατάξεων που ρυθμίζει τη λειτουργία της εταιρίας, δηλαδή ως κανονιστική πράξη ιδιωτικού δικαίου, μαζί με τη συμφωνία ίδρυσής της, «ιδρυτική πράξη» κατά τον Αστικό Κώδικα (άρθρα 63 και 73 εδ. 2) αποτελούν την εταιρική σύμβαση, δηλ. τη σύμβαση με την οποία ιδρύεται και ρυθμίζεται η εταιρία. Έτσι, μιλώντας για καταστατικό εννοούμε κατά συνεκδοχή την εταιρική σύμβαση. Εξάλλου, λόγω της κανονιστικής του φύσης, το καταστατικό ερμηνεύεται αντικειμενικά. Το καταστατικό συντάσσεται με συμβόλαιο γραφικό έγγραφο, (άρθρα 40 ΕΝ, 4 § 1 ν. 2190/1920, 61 και 63 ΑΚ) μεταξύ δύο φυσικών ή νομικών προσώπων, των ιδρυτών (άρθρο 8 § 1 εδ. 1). Τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, μπορούν δε να είναι ημεδαπά ή αλλοδαπά. Το καταστατικό ερμηνεύεται αντικειμενικά και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ. Η αε ως μονοπρόσωπη μπορεί να ιδρυθεί μόνο κατά το άρθρο 1 ν.δ. 4014/1959, που προβλέπει την ίδρυση μονοπρόσωπης εταιρίας με μοναδικό μέτοχο το κράτος. Η χώρα μας δεν έκανε μέχρι σήμερα χρήση της ευχέρειας που τις δίδει το άρθρο 6 της 12ης Οδηγίας 89/667/ΕΟΚ να εισαγάγει τη μονοπρόσωπη αε. Το καταστατικό περιέχει τα παρακάτω στοιχεία που εξατομικεύουν την εταιρία: <strong>α.</strong> Την επωνυμία της εταιρίας. Αυτή σχηματίζεται από το είδος της εταιρικής επιχείρησης ως υποχρεωτικού στοιχείου (άρθρο 5 § 1). Προαιρετικά στοιχεία επιτρέπονται, στο μέτρο που δεν καθιστούν την επωνυμία παραπλανητική και γενικότερα στο μέτρο που δεν προσβάλλουν τις αρχές που διέπουν την επωνυμία. Τέτοια επιτρεπόμενα προαιρετικά στοιχεία είναι κυρίως το ονοματεπώνυμο των ιδρυτών της ή άλλου φυσικού προσώπου είτε η επωνυμία άλλης εμπορικής εταιρίας (άρθρο 5 § 2). Παραπέρα, στην επωνυμία προστίθενται ως υποχρεωτικά στοιχεία και οι λέξεις «ανώνυμη εταιρία» (άρθρο 5 § 3) που μπορεί να τίθεται και στη σύντμησή της, δηλ. ως «αε» ή «ΑΕ». Πάντως, όπως θα σημειωθεί και παρακάτω, σε ακυρότητα της αε δεν οδηγεί η παράνομη συγκρότηση της επωνυμίας, αλλά η παντελής έλλειψή της. Αν η εταιρία έχει περισσότερα αντικείμενα, στην επωνυμία μπορεί να εμφανίζεται το κυριότερο ή τα κυριότερα από αυτά (άρθρο 5 § 4). Αν η εταιρία αργότερα επεκταθεί και σε άλλα αντικείμενα που αναγράφονται στο καταστατικό, δεν είναι απαραίτητα με μεταβληθεί και η επωνυμία με την οποία η εταιρία έχει γίνει γνωστή στις συναλλαγές (άρθρο 5 § 5). Εξάλλου, σκοπός της επωνυμίας δεν είναι να πληροφορεί τους τρίτους για το ακριβές αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας, αλλά να εξατομικεύει την εταιρία. Γι’ αυτό, μπορεί να διαμορφωθεί και από γενικόλογες μόνο εκφράσεις ή από λέξεις φανταστικές. Αρκεί αυτές να παραπέμπουν έστω συνειρμικά, στο αντικείμενο της εταιρικής επιχείρηση. Η επωνυμία για τις διεθνείς συναλλαγές μπορεί να εκφράζεται σε ξένη γλώσσα σε πιστή μετάφραση ή και με λατινικά στοιχεία (άρθρο 5 § 6). <strong>β.</strong> Το σκοπό της εταιρίας. Το καταστατικό πρέπει να ορίζει, το σκοπό της εταιρίας τόσο ως κατεύθυνση (σκοπός κερδοσκοπικός, συνεταιριστικός, ιδανικός)όσο και ως αντικείμενο της εταιρικής επιχείρησης (ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, εμπορία αυτοκινήτων, κινηματογραφική επιχείρηση κλπ.). Ο σκοπός με τη δεύτερη έννοια προσδιορίζει τα όρια της εξουσία του διοικητικού συμβουλίου, πρέπει να είναι σύννομος και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή στη δημόσια τάξη (άρθρο 4α § 1γ). Ο σκοπός με την έννοια της κατεύθυνσης συνήθως προσδιορίζεται έμμεσα, μέσω του αντικειμένου της εταιρικής επιχείρησης. Ενώ η γενική περιγραφή της εταιρικής δραστηριότητας, όπως «γενικό εμπόριο» «βιομηχανική επιχείρηση» δεν αρκεί. Πρέπει το αντικείμενο της εταιρικής επιχείρησης να προσδιορίζετε με κάποια έστω ακρίβεια. <strong>γ.</strong> Την έδρα της εταιρίας. Ως έδρα νοείται ο τόπος όπου ασκείται η διοίκηση της εταιρίας. Κάθε εταιρία έχει μία μόνο έδρα (επιχ. από άρθρο 51 εδ. 2ΑΚ) και ως τέτοια ορίζεται ένας δήμος ή μία κοινότητα της ελληνικής επικράτειας (άρθρο 6). Αν η έδρα βρίσκεται έξω από την ελληνική επικράτεια, θα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο (άρθρο 10 ΑΚ). Η εταιρία εκτός από την έδρα διοίκησης διαθέτει και την έδρα ή έδρες εκμετάλλευσης. Πρόκειται για τον τόπο όπου η εταιρία ασκεί τη δραστηριότητά της, όπου έχει το κύριο κατάστημα ή το υποκατάστημά της (άρθρο 51 εδ. 3 ΑΚ). Η επαγγελματική έδρα μπορεί να συμπίπτει ή να είναι διαφορετική από την έδρα διοίκησης. Συνήθως η κεντρική «επαγγελματική» έδρα συμπίπτει με την έδρα διοίκησης, αλλά διαφέρει η έδρα του υποκαταστήματος. Το υποκατάστημα, πάντως, δεν είναι υποκείμενο δικαίου ούτε έχει ικανότητα να παρίσταται σε δίκη. Έτσι, για διαφορές που δημιουργήθηκαν από τη δραστηριότητα του η εταιρία διάδικος είναι η εταιρία και κατ’ αρχή ισχύει η δωσιδικία της έδρας της. Όμως, για τις διαφορές αυτές δημιουργείται και δωσιδικία ειδικής κατοικίας. Εκείνης του τόπου όπου βρίσκεται το υποκατάστημα (άρθρο 23 § 2 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αυτή ενάγει και ενάγεται ο διευθυντής του υποκαταστήματος ως αντιπρόσωπος της εταιρίας. Αν το καταστατικό σωπαίνει η εταιρία έχει έδρα τον τόπου όπου λειτουργεί η διοίκησή της (άρθρο 64ΑΚ, όπως έχει ερμηνευθεί. Ζήτημα, όμως, δημιουργείται αν η διοίκηση της εταιρίας λειτουργεί σε τόπο διαφορετικό από την καταστατική της έδρα. Σύμφωνα με την ορθή άποψη σε μια τέτοια περίπτωση θα αποβλέπουμε στην πραγματική έδρα. Αυτό κυρίως όταν ο προσδιορισμός τη έδρα στο καταστατικό εμποδίζει την εφαρμογή διατάξεων αναγκαστικού δικαίου. Πάντως, η κατά τόπο αρμοδιότητα του Νομάρχη για έγκριση τόσο του αρχικού καταστατικού όσο και κάθε τροποποίησής του θα κρίνεται από την καταστατική έδρα. Ειδικότερα, τη νομολογία απασχόλησε το ζήτημα αν θεωρείται ημεδαπό νομικό πρόσωπο που έχει την καταστατική του έδρα εκτός Ελλάδας και τη πραγματική του στην Ελλάδα. Από τον Άρειο Πάγο δόθηκε η απάντηση ότι σημασία έχει ο τόπος όπου ασκείται πράγματι η διοίκηση της εταιρίας. Κατά συνέπεια υπάρχει δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων. Πάντως, με βάση το ν. 791/1978 η σύσταση και η ικανότητα δικαίου ορισμένων ναυτιλιακών εταιριών διέπεται από το δίκαιο της καταστατική έδρας, έστω και αν η διοίκησή τους ασκείται σε άλλη πολιτεία. <strong>δ.</strong> Τη διάρκεια της εταιρίας (άρθρο 2 § 1 γ΄). Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, που προβάλει επιχείρημα και από το άρθρο 47 α § 1 παρ. α΄, η διάρκεια της αε πρέπει πάντοτε να είναι ορισμένου χρόνου. Πρόκειται για άποψη που ούτε από το νόμο συνάγεται ούτε κάποιο σκοπό υπηρετεί. Για άποψη που περιορίζει χωρίς λόγο την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Πάντως, αν το καταστατικό σωπαίνει παρόλα αυτά εγκρίθηκε από τη Διοίκηση, η εταιρία θα λειτουργήσει ως αόριστου χρόνου. <strong>ε.</strong> Το ύψος και τον τρόπο καταβολής του εταιρικού κεφαλαίου (άρθρο 2 1 δ΄). Το κεφάλαιο αναγράφεται μόνο σε χρήμα, ακόμη και αν καλύπτεται με εισφορές σε είδος. Ως τρόπος καταβολής νοείται η εφάπαξ ή η τμηματική καταβολή. Ως τρόπος κάλυψης, στην οποία μάλλον αναφέρεται η διάταξη, νοείται η ιδιωτική ή η κάλυψη με δημόσια εγγραφή. <strong>στ.</strong> Το είδος των μετοχών, τον αριθμό, την ονομαστική αξία και την έκδοσή τους. Οι ιδρυτές αποφασίζουν κατ’ αρχή ελεύθερα το είδος των μετοχών. Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο νόμος επιβάλλει υποχρεωτικά την έκδοση ονομαστικών μετοχών. Αν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετοχών πρέπει στο καταστατικό να αναγράφεται ο αριθμός των μετοχών κάθε κατηγορίας(άρθρο 2 § 1 στ΄). <strong>ζ.</strong> Τα ατομικά στοιχεία των φυσικών ή νομικών προσώπων που υπέγραψαν το καταστατικό της εταιρίας ή στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων έχει υπογραφεί το καταστατικό (άρθρο 2 § 2 α΄). <strong>KATA</strong><strong>ΣΤΑΤΙΚΟ Ε.Π.Ε.</strong> Οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.) σύμφωνα με το άρθρο 3 του 3190/1955 είναι εμπορικές επιχειρήσεις ακόμη και εάν ο σκοπός τους δεν είναι εμπορικός. Για το λόγο αυτό ο νόμος απαγορεύει την άσκηση ορισμένων δραστηριοτήτων όπως ασφαλιστικές, τραπεζικές, χρηματιστηριακές, αθλητικές κ.λ.π. Στην Ε.Π.Ε., για τις εταιρικές υποχρεώσεις ευθύνεται μόνο η εταιρεία, και οι εταίροι έχουν περιορισμένη ευθύνη, ανάλογη με το ποσοστό των κεφαλαίων τους, εν τούτοις, υπάρχει και παράλληλη ατομική ευθύνη των εταίρων για χρέη της Ε.Π.Ε. προς το δημόσιο και το Ι.Κ.Α., που καθιερώθηκε με το άρθρο 69 του Ν.Δ. 356/74. Υπάρχουν δύο (2) όργανα η Γενική Συνέλευση και οι Διαχειριστές Για την λήψη αποφάσεων χρειάζεται πλειοψηφία πλέον του μισού του εταιρικού κεφαλαίου Κατώτερο όριο κεφαλαίου είναι τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια (4.500,00) ευρώ (άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3190/1995 , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13, παρ.1 του Ν. 2842/2000 και στην συνέχεια με το άρθρο 16 παρ. 2α του νόμου 3661/2008) το οποίο καταβάλλεται σε μετρητά κατά την υπογραφή του καταστατικού και αποτελείται από εταιρικά μερίδια. <strong>Διαδικασία Σύστασης:</strong></p>
<ol>
<li><strong>Σύνταξη του Σχεδίου του Καταστατικού.</strong> Οι διαδικασίες σύστασης μίας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης ξεκινούν από τη σύνταξη του Σχεδίου του Καταστατικού της εταιρείας το οποίο συντάσσεται από Συμβολαιογράφο και πρέπει να περιέχει σύμφωνα με το άρθρο 6 τα εξής:</li>
</ol>
<ul>
<li>Το όνομα, το επώνυμο και το επάγγελμα των εταίρων, την κατοικία και την ιθαγένειά τους.</li>
<li>Την εταιρική επωνυμία.</li>
<li>Την έδρα της εταιρείας και το σκοπό της (ως έδρα μπορεί να ορίζεται ένας Δήμος ή μία Κοινότητα της Ελληνικής Επικράτειας).</li>
<li>Την ιδιότητα της εταιρείας ως περιορισμένης ευθύνης.</li>
<li>Το κεφάλαιο της εταιρείας, τη μερίδα συμμετοχής και τα τυχόν πλείονα εταιρικά μερίδια του καθενός καθώς και βεβαίωση των ιδρυτών για την καταβολή του κεφαλαίου.</li>
<li>Το αντικείμενο των εισφορών σε είδος, την αποτίμησή τους και το όνομα του εισφέροντος εταίρου καθώς και το σύνολο της αξίας των εισφορών σε είδος.</li>
<li>Τη διάρκεια της εταιρείας.</li>
</ul>
<p><strong>ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ Ο.Ε-Ε.</strong> <strong>Ομόρρυθμη εταιρεία (Ο.Ε.)</strong> είναι εταιρεία την οποία ιδρύουν τουλάχιστον δύο εταίροι, εισφέροντας όσο κεφάλαιο τους χρειάζεται ή όσο διαθέτουν, χωρίς να δεσμεύονται για συγκεκριμένο ποσό από τον νόμο. Οι λεπτομέρειες της συνεργασίας τους αναφέρονται στο συμβολαιογραφικό έγγραφο, που λέγεται καταστατικό. Το καταστατικό, με τη δημοσίευση του οποίου τυπικά ιδρύεται η Ο.Ε., αναφέρει τους όρους συνεργασίας, δηλαδή τι κεφάλαιο εισέφεραν οι εταίροι, πώς θα μοιράζονται τα κέρδη, ποιο θα είναι το αντικείμενο της Ο.Ε., η επωνυμία της, η έδρα της, η διάρκεια συνεργασίας κτλ. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ο.Ε., που τη διαφοροποιεί μάλιστα από άλλες προσωπικές εταιρείες, είναι η ευθύνη των εταίρων, που είναι ίδια για όλους. Καθένας ευθύνεται με όλη του την περιουσία και για το σύνολο των υποχρεώσεων της εταιρείας, όποιο και αν είναι το ύψος της συμμετοχής του στο κεφάλαιο . Στη διοίκηση συμμετέχουν ισότιμα όλοι οι εταίροι, ενώ η πιστοληπτική ικανότητα, λόγω του τρόπου κατανομής της ευθύνης, είναι αρκετά υψηλή. Η <strong>ομόρρυθμη εταιρεία</strong> (<strong>Ο.Ε.</strong>) είναι ένα <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF">νομικό πρόσωπο</a>, που συνιστάται μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων, φυσικών ή νομικών, που έχουν σκοπό να συνεμπορεύονται υπό εταιρική επωνυμία. <strong>Βασικά Χαρακτηριστικά</strong> Οι εταίροι της ομόρρυθμης εταιρείας ευθύνονται με ολόκληρη την περιουσία τους για όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας, με αλληλέγγυα ευθύνη τους. Με τη λύση της εταιρείας δεν παύει η ευθύνη τους. Η ομόρρυθμη εταιρεία δεν χρειάζεται συμβολαιογραφικό έγγραφο για την κατάρτισή της, αντιθέτως αρκεί ένα ιδιωτικό συμφωνητικό. <strong>Διαδικασία σύστασης</strong> Το καταστατικό αποτελεί το έγγραφο της συστάσεως της εταιρείας αλλά επίσης προδιαγράφει και όλα τα βασικά θέματα που αφορούν στις σχέσεις των μετόχων, στη διοίκηση της εταιρείας, σε θέματα που αφορούν τη διάρκεια ζωής της αλλά και τη διάλυσή της. Το καταστατικό υπογράφεται από όλους τους εταίρους και δεν χρειάζεται να συνταχθεί από ή να υπογραφεί σε συμβολαιογράφο. Το επιμελητήριο, εφόσον ελέγξει την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο, θεωρεί το καταστατικό για τον έλεγχο του δικαιώματος χρήσης της Επωνυμίας και Διακριτικού τίτλου. <strong>Δ.Ο.Υ. έδρας</strong> Το καταστατικό της οµόρρυθµης εταιρίας, µετά την υπογραφή του και πριν δηµοσιευθεί στο Πρωτοδικείο, προσκοµίζεται στο Επιµελητήριο της έδρας της, όπου εγγράφεται στα βιβλία επωνυµιών η εταιρική επωνυµία, και στην αρµόδια ∆.Ο.Υ για την καταβολή του νόµιµου φόρου. Ειδικότερα, η εταιρία αυτή υπόκειται σε αναλογικό φόρο, που υπολογίζεται σε 1% επί της πραγµατικής αξίας των εταιρικών εισφορών και που καταβάλλεται µέσα σε δεκαπέντε ηµέρες από την υποβολή της σχετικής δήλωσης και πάντοτε πριν τη δηµοσίευση του καταστατικού στο Πρωτοδικείο. Επίσης, καταβάλλεται 0,50% επί του κεφαλαίου υπέρ ΤΣΝ (Ταµείο Συντάξεως Νοµικών). <strong>Πρωτοδικείο έδρας</strong> Δύο αντίγραφα του καταστατικού κατατίθενται στο Πρωτοδικείο έδρας για δημοσίευση. Η δημοσίευση αυτή αποτελεί την πράξη ίδρυσης-σύστασης της Ο.Ε. <strong>Επιμελητήριο</strong> Εντός δύο μηνών από τη σύσταση της εταιρείας πρέπει να εγγραφεί η εταιρεία στο οικείο επιμελητήριο.   <strong><em>ΠΟΣΟΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΣΥΜΠΡΑΞΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΙΔΡΥΘΕΙ ΜΙΑ ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ;</em></strong> Για τη σύσταση ομόρρυθμης εταιρείας πρέπει να συμπράξουν δύο τουλάχιστον μέρη, τα οποία κατά την έκφραση του νόμου υποχρεούνται αμοιβαίως στην επιδίωξη κοινού σκοπού (άρθρο 741, Αστικού Κώδικα). Τα ιδρυτικά μέλη της ομόρρυθμης εταιρείας μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας τους (σύμφωνα με το άρθρο 127 του Αστικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Ν.1329/83). Συμμετοχή ανηλίκου στη σύσταση προσωπικής εταιρείας επιτρέπεται μόνο κατόπιν δικαστικής άδειας.   <strong><em>ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ;</em></strong> Οι εταίροι της ομόρρυθμης εταιρείας ευθύνονται με ολόκληρη την περιουσία τους για όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας, με αλληλέγγυα την ευθύνη τους. Με τη λύση της εταιρείας δεν παύει η ευθύνη των εταίρων για τυχόν υπάρχοντα χρέη της εταιρείας. Η ομόρρυθμη εταιρεία δεν χρειάζεται συμβολαιογραφικό έγγραφο για την κατάρτισή της, αντιθέτως αρκεί ένα ιδιωτικό συμφωνητικό.   <strong><em>ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΜΟΡΡΥΘΜΟΣ ΚΑΙ ΤΙ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΟΣ ΕΤΑΙΡΟΣ;</em></strong> Ομόρρυθμος εταίρος, τόσο στην Ο.Ε. όσο και στην Ε.Ε. (όπου υπάρχει ένας τουλάχιστον ομόρρυθμος και όσοι επιθυμούν ετερόρρυθμοι) είναι ο εταίρος που ευθύνεται απεριόριστα (όχι δηλαδή μέχρι κάποιο ύψος οφειλής της εταιρείας) και εις ολόκληρον (για ολόκληρη την οφειλή της εταιρείας) για τις εταιρικές υποχρεώσεις με την προσωπική τους περιουσία.   <strong><em>ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΠΟΣΟ ΠΟΥ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΣΤΑΘΕΙ ΜΙΑ ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ;</em></strong> Ο νόμος δεν απαιτεί συγκεκριμένο ύψος εταιρικού κεφαλαίου για να συσταθεί μια Ο.Ε., γιατί ούτως ή άλλως δεν διαχωρίζεται η περιουσία της εταιρίας από την περιουσία των εταίρων, αφού αυτοί είναι υπεύθυνοι και με την προσωπική τους περιουσία για τις υποχρεώσεις της εταιρείας.   <strong><em>ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ;</em></strong> Ο κάθε ομόρρυθμος εταίρος ευθύνεται και με την προσωπική του περιουσία.   <strong><em>ΠΟΥ ΑΠΕΥΘΥΝΕΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ;</em></strong> Στην Υπηρεσία Μιας Στάσης. <strong><em>ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΜΙΑΣ ΣΤΑΣΗΣ;</em></strong> Οι Υπηρεσίες ΓΕ.Μ.Η. που λειτουργούν στα Επιμελητήρια και τα Πιστοποιημένα ως Υπηρεσία Μίας Στάσης Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ). Σε ειδικές περιπτώσεις για τις οποίες απαιτείται το καταστατικό να συνταχθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο, τότε Υπηρεσία μιας Στάσης είναι ο πιστοποιημένος συμβολαιογράφος που θα συντάξει τη συμβολαιογραφική πράξη σύστασης.   <strong><em>ΠΟΥ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΒΡΩ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΜΙΑΣ ΣΤΑΣΗΣ;</em></strong> Στο διαδικτυακό τόπο του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.Ε.ΜΗ) ) <u><a href="http://www.businessportal.gr/">www.businessportal.gr</a> </u>θα βρείτε αναρτημένο τον κατάλογο με τους φορείς που λειτουργούν ως Υπηρεσία Μίας Στάσης (Υπηρεσίες Γ.Ε.ΜΗ. των Επιμελητηρίων και πιστοποιημένοι συμβολαιογράφοι) ανά είδος εταιρείας, τη διεύθυνση και τα στοιχεία επικοινωνίας.   <strong><em>ΤΙ ΘΑ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΩ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΣΤΑΘΕΙ Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ;</em></strong> Καταρχήν το Γραμμάτιο Κόστους Σύστασης Εταιρείας (50 ΕΥΡΩ). Εφόσον οι ιδρυτές είναι πάνω από 3, το κόστος προσαυξάνεται με 5 ευρώ για κάθε επιπλέον ιδρυτή. <strong>Το Γραμμάτιο Κόστους Σύστασης της Εταιρείας δεν επιστρέφεται.</strong> Και επιπλέον:</p>
<ul>
<li>Το τέλος καταχώρησης Γ.Ε.Μ.Η (10 ΕΥΡΩ).</li>
<li>Το κόστος εγγραφής στο επιμελητήριο, το οποίο καθορίζεται από το κάθε Επιμελητήριο.</li>
<li>Την εισφορά υπέρ του Ταμείου Νομικών (0,5% επί του κεφαλαίου της εταιρείας).</li>
<li>Το Τέλος υπέρ του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών, το οποίο για τη σύσταση ομορρύθμων, ετερορρύθμων με κεφάλαιο από 586,94 € και άνω ανέρχεται σε ποσοστό 1% επί του κεφαλαίου που αναγράφεται στο καταστατικό. Επιπλέον εισπράττεται χαρτόσημο 3,6% επί του ανωτέρω 1%. Εάν το κεφάλαιο είναι έως 586,94 € εισπράττεται μόνο ποσό 5,80 €.</li>
</ul>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΕΞΩΧΩΡΙΕΣ</title>
		<link>https://nikoskapelislaw.gr/service/%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%87%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b5%cf%83/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[JS]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 11 Oct 2020 13:31:14 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://nikoskapelislaw.gr/?post_type=service&#038;p=1991</guid>

					<description><![CDATA[ΟΡΙΣΜΟΙ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ OFFSHORE ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ως «εξωχώρια εταιρία» νοείται, κατά ρητή διατύπωση του Νόμου, η εταιρία εκείνη που έχει την έδρα της σε αλλοδαπή χώρα και με βάση τη νομοθεσία της οποίας δραστηριοποιείται αποκλειστικά σε άλλες χώρες και απολαμβάνει ιδιαίτερα ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης. (Ν. 3091/2002 και ΠΟΛ.1041/5.3.2003) Οι εξωχώριες εταιρίες κατά κανόνα διαμεσολαβούν σε [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<p>ΟΡΙΣΜΟΙ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ OFFSHORE ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ως «εξωχώρια εταιρία» νοείται, κατά ρητή διατύπωση του Νόμου, η εταιρία εκείνη που έχει την έδρα της σε αλλοδαπή χώρα και με βάση τη νομοθεσία της οποίας δραστηριοποιείται αποκλειστικά σε άλλες χώρες και απολαμβάνει ιδιαίτερα ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης. (Ν. 3091/2002 και ΠΟΛ.1041/5.3.2003) Οι εξωχώριες εταιρίες κατά κανόνα διαμεσολαβούν σε τριγωνικές συναλλαγές, όπου από άλλη χώρα αποστέλλονται τα εμπορεύματα και από άλλη τιμολογούνται. ΤΙ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΕΧΕΙ Ο ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ OFFSHORE ΕΤΑΙΡΕΙΑ Οι offshore εταιρείες ιδρύονται σε περίπτωση που αγοράζει ή οικοδομεί κάποιος ένα ακίνητο. Με την ίδρυση της εταιρείας αυτής, ο ιδιοκτήτης του ακινήτου έχει τα παρακάτω πλεονεκτήματα: -Ανωνυμία -Αποφυγή του πόθεν έσχες -Αποφυγή πληρωμής φόρων κληρονομιάς και μεταβίβασης του ακινήτου -Αποφυγή κατασχέσεων για χρέη -Μη τήρηση Βιβλίων και στοιχείων του Κ.Β.Σ. Η ανωνυμία χρειάζεται στις περιπτώσεις που ο ιδιοκτήτης του ακινήτου δεν θέλει να πιαστεί στην τσιμπίδα του πόθεν έσχες γιατί τότε η αξία του ακινήτου θα φορολογηθεί ως εισόδημα. Η ανωνυμία δηλαδή στην ουσία προστατεύει τον ιδιοκτήτη από διάφορες δυσκολίες όπως π.χ. στην περίπτωση που ένας σύζυγος παίρνει διαζύγιο και δεν θέλει να χάσει το ακίνητο του κατά την διανομή της οικογενειακής περιουσίας, επειδή το ακίνητο αυτό ανήκει τυπικά σε μια εταιρεία που οι ιδιοκτήτες της είναι άγνωστοι. Συνήθως ως αντίκλητος ορίζεται ένας υπάλληλος της εταιρείας ή ένας δικηγόρος. Η αποφυγή του πόθεν έσχες διευκολύνει εκείνους που έχουν αποκτήσει εισοδήματα, που δεν έχουν φορολογηθεί ή προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες. Για να μεταβιβασθεί ένα ακίνητο που ανήκει σε offshore εταιρεία (λόγω κληρονομικής διαδοχής, πώλησης κλπ) αρκεί να αλλάξουν χέρια οι μετοχές της offshore εταιρείας, χωρίς φορολόγηση, στο εξωτερικό στην έδρα της. Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι μετοχές των εξωχώριων εταιρειών είναι «στον κομιστή». Αυτό σημαίνει ότι η παράδοση στο νέο ιδιοκτήτη είναι απλή χωρίς διατυπώσεις. Οι διαδικασίες για την μεταβίβαση των μετοχών είναι απλές π.χ. τηλεφωνικώς ή με μερικά «χτυπήματα» στο διαδίκτυο. Τα ακίνητα που ανήκουν σε offshore εταιρείες συνήθως γλυτώνουν τις κατασχέσεις γιατί δεν μπορούν να εντοπιστούν εύκολα οι ιδιοκτήτες τους. Οι Offshore εταιρείες δεν έχουν υποχρέωση να τηρούν βιβλία και στοιχεία στην Ελλάδα (δες Ν. 3522/2006 άρθρο 27). ΠΩΣ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ ΟΙ OFFSHORE ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΚΙΝΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Οι offshore εταιρείες έχουν τις παρακάτω υποχρεώσεις για τα ακίνητα που κατέχουν στην Ελλάδα: -Καταβολή φόρου μεταβίβασης (ΦΜΑ) όταν αγοράζουν το ακίνητο. Για τα παλιά ακίνητα ο φόρος (ΦΜΑ) ανέρχεται σε 8-10%. Για τα νεόδμητα ακίνητα που έχουν ανεγερθεί με άδεια μετά την 1/1/2006 καταβάλλεται ΦΠΑ 23%. -Από την 1η Ιανουαρίου 2013 η φορολόγηση επεκτάθηκε καί στούς πωλητές ακινήτων επί τής υπεραξίας που προκύπτει κατά την πώληση (20%) -Ετήσιος φόρος 15% επι της αξίας των ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα και που ανήκουν σε αλλοδαπές εταιρείες οι οποίες δεν έχουν καμία δραστηριότητα στην χώρα της έδρας τους. Επίσης οι εταιρείες αυτές δεν έχουν καμία δραστηριότητα ούτε και στην χώρα στην οποία βρίσκονται τα ακίνητα τα οποία κατέχουν. Καταβάλλεται 1 φορά το έτος (εντός του μηνός Μάιου). (άρθρο 16 Ν. 3091/2002 και ΠΟΛ.1041/5.3.2003) Ο φόρος 15% πληρώνεται στην εφορία στις 20 κάθε Μαΐου. Με την υπ’ αριθμόν ΠΟΛ.1028/24.2.2009 εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών νομοθετήθηκε ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης του ειδικού φόρου επι των ακινήτων 3% για το έτος 2009. Ο φόρος 3% έγινε 15% με τό άρθρο 57 του ν.3842/2010 ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΜΙΑ OFFSHORE ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ Η αναζήτηση μιας offshore εταιρείας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Συνήθως ως διεύθυνση της έδρας της εταιρείας εμφανίζεται το B.O. (Box Office) δηλαδή γραμματοκιβώτιο στο Ταχυδρομείο. ΜΙΑ ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ OFFSHORE ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ Με τις διατάξεις του Ν. 3091/2002 άρθρο 5 παράγραφος 9 προβλέπεται η μη έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων και των λοιπών δαπανών που πραγματοποιούν για την αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών από εξωχώρια εταιρία, καθώς και των δικαιωμάτων ή αποζημιώσεων που καταβάλλουν αυτές σε εξωχώρια εταιρία για τη χρησιμοποίηση στην Ελλάδα τεχνικής βοήθειας, ευρεσιτεχνιών, σημάτων, σχεδίων, μυστικών βιομηχανικών μεθόδων και τύπων, πνευματικής ιδιοκτησίας και άλλων συναφών δικαιωμάτων. Εξαίρεση αποτελούν οι δαπάνες που αφορούν αγορά ή μεταφορά στην Ελλάδα αργού πετρελαίου, πετρελαιοειδών ή άλλων προϊόντων για τα οποία δημοσιεύονται δείκτες τιμών χονδρικής πώλησης και το οποία αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά προϊόντων. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν, όπως αναφέρθηκε και στην παράγραφο 1, για διαχειριστικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2003 και μετά. Συνεπώς, οι επιχειρήσεις εκείνες που έχουν αγοράσει αγαθά (εμπορεύματα, πρώτες και βοηθητικές ύλες κτλ.) ή έχουν λάβει υπηρεσίες από εξωχώρια εταιρία, με εξαίρεση το αργό πετρέλαιο, κλπ. και οι οποίες έχουν μειώσει λογιστικά τα κέρδη τους με το ποσό των δαπανών αυτών, θα πρέπει με την υποβολή της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματός τους να αναμορφώσουν τα αποτελέσματα τους με το ποσό των μη εκπιπτόμενων δαπανών. ΑΛΛΗ ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ OFFSHORE ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ Υπάρχει μια αξιοσημείωτη και σημαντική παρατήρηση για τις δυσκολίες που υπάρχουν στις συναλλαγές μιας ελληνικής εταιρείας με μία offshore εταιρεία στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα δεν επιτρέπεται η έκπτωση αποσβέσεων από τα ακαθάριστα έσοδα μιας ελληνικής επιχείρησης για τα πάγια περιουσιακά στοιχεία τους τα οποία αγοράζονται από εξωχώρια εταιρία. Κατά συνέπεια, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να ερευνούν αν η αλλοδαπή επιχείρηση από την οποία πρόκειται να προμηθευτούν πάγια περιουσιακά στοιχεία έχει έδρα σε κάποιο από τα Κράτη ή εδάφη (φορολογικοί παράδεισοι) στα οποία υπάρχουν offshore εταιρείες, ούτως ώστε να εξετάζεται στη συνέχεια αν πρόκειται περί εξωχώριας εταιρίας. `Αλλα κριτήρια που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να διαπιστωθεί αν ο εκδότης του φορολογικού στοιχείου είναι εξωχώρια εταιρία είναι τα ακόλουθα: -Ο εκδότης του φορολογικού στοιχείου δεν είναι παραγωγός &#8211; κατασκευαστής του προϊόντος, αλλά μεσολαβητής &#8211; κατασκευαστής. Και τούτο διότι οι εξωχώριες εταιρίες κατά κανόνα διαμεσολαβούν σε τριγωνικές συναλλαγές, όπου από άλλη χώρα αποστέλλονται τα εμπορεύματα και από άλλη τιμολογούνται. -Στα φορολογικά στοιχεία (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) δεν αναγράφεται ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου, καθόσον οι περισσότερες εξωχώριες εταιρίες δε διαθέτουν Α.Φ.Μ. -Ως διεύθυνση της έδρας της εταιρίας συνήθως αναγράφεται το «Β.Ο.» (ΒΟΧ OFFICE) εταιρία γραμματοκιβωτίου. Σε περίπτωση που από τα παραπάνω ενδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει η ιδιότητα της προμηθεύτριας εταιρίας ως εξωχώριας ή μη εταιρίας, οι επιχειρήσεις που προμηθεύονται πάγια περιουσιακά στοιχεία έχουν την υποχρέωση να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία που θα τους ζητηθούν από τον έλεγχο. Ενδεικτικά, τα στοιχεία αυτά είναι τα ακόλουθα: -Ισολογισμός της εταιρίας για τη διαπίστωση ύπαρξης δραστηριότητας, παγίων και προσωπικού -Στοιχεία για το απασχολούμενο προσωπικό και τις εγκαταστάσεις της εταιρίας -Στοιχεία δραστηριότητας της εταιρίας, κλπ. Τα ανωτέρω ισχύουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ του άρθρου 30 του νόμου 3091/2002, για διαχειριστικές περιόδους που άρχισαν από την 1η Ιανουαρίου 2003 και μετά. Δηλαδή, τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή για πάγια στοιχεία που προμηθεύονται οι επιχειρήσεις από εξωχώριες εταιρίες από 1.1.2003 και μετά. (Ν. 3091/2002 αρθρο 5 και ΠΟΛ.1041/5.3.2003) Οι υπεράκτιες (offshore) εταιρείες, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι ότι ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα εκτός των γεωγραφικών ορίων της χώρας της καταστατικής τους έδρας και εξ ορισμού αποτελούν «εργαλεία» διεθνούς εμπορίου και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ο Έλληνας νομοθέτης επέλεξε να τις ονομάσει εξωχώριες και όρισε ότι <strong><em>εξωχώρια εταιρεία νοείται</em></strong><em>, …, η εταιρεία εκείνη που έχει την έδρα της σε αλλοδαπή χώρα και με βάση τη νομοθεσία της οποίας δραστηριοποιείται αποκλειστικά σε άλλες χώρες και απολαμβάνει ιδιαίτερα ευνοϊκής φορολογικής-μεταχείρισης</em> (άρθρο 31.1.στ Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, βλ. και ΠΟΛ 1041/2003 &#8211; Υπ Οικ. επί άρθρου 5.7 Ν. 3091/2002). Στην ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ &#8211; 1017621/10262/Β0012 &#8211; 2006 [συμπληρώθηκε με ΥΑ 1080607/10336/Β0012 (ΦΕΚ Β΄ 1539/4.8.2008)] αναφέρεται ότι με το υπό στοιχεία DAFFE/CFA/FHP (2000)/REV1/CONF έγγραφο του ΟΟΣΑ (Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη) κοινοποιήθηκε λίστα των Κρατών που έχουν χαρακτηρισθεί ως φορολογικοί παράδεισοι. Συνεχίζοντας η ανωτέρω υπουργική απόφαση αναφέρει ότι οι επιχειρήσεις θα πρέπει να ερευνούν αν η αλλοδαπή επιχείρηση από την οποία πρόκειται να προμηθευτούν αγαθά ή να λάβουν υπηρεσίες έχει έδρα σε κάποιο από τα αναφερόμενα πιο κάτω Κράτη ή εδάφη, ούτως ώστε να εξετάζεται στη συνέχεια αν πρόκειται περί εξωχώριας εταιρείας. Η λίστα αυτή περιέχει <strong>Κράτη</strong> – <strong>φορολογικούς παράδεισους μεταξύ των οποίων και</strong>:</p>
<ul>
<li>Ανδόρα</li>
<li>Αντίγκουα και Μπαρμπούντα</li>
<li>Κοινοπολιτεία των Μπαχάμες</li>
<li>Μπαχρέιν</li>
<li>Βρετανικοί Παρθένοι νήσοι &#8211; εδάφη του Ην. Βασιλείου</li>
<li>Δομινικανή Κοινοπολιτεία</li>
<li>Γρενάδα</li>
<li>Ανγκουίλα, Γιβραλτάρ, Γκέρνσει, Σαρκ, Νήσος του Μαν, εξαρτώμενα εδάφη από το στέμμα της Αγγλίας</li>
<li>Λιβερία</li>
<li>Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν</li>
<li>Δημοκρατία των νήσων Μάρσαλ</li>
<li>Πριγκιπάτο του Μονακό</li>
<li>Ολλανδικές Αντίλλες, Αρούμπα, έδαφος της Ολλανδίας</li>
<li>Νίουι -συνδεδεμένο με τη Ν. Ζηλανδία</li>
<li>Παναμάς</li>
<li>Παρθένα νησιά των Η.Π.Α.</li>
</ul>
<p><strong>Δημοφιλέστερο χαρακτηριστικό των εξωχώριων εταιρειών </strong>είναι η δυσκολία στον προσδιορισμό φορολογικής ύλης και κράτους – forum φορολόγησης και η ανωνυμία που παρέχουν στους πραγματικούς κυρίους τους, οι οποίοι αποφασίζουν κατά την απόλυτη ευχέρειά τους το μέτρο της δημοσιότητάς τους. <strong>Συνηθέστατες χρήσεις τους</strong> είναι η ναυτιλία, η διαμεσολάβηση στο διεθνές εμπόριο, η συμμετοχή σε άλλες εταιρείες (holding), η απόκτηση τραπεζικών λογαριασμών, η διαχείριση ακινήτων <strong>Οι εξωχώριες εταιρείες συστήνονται συνήθως</strong> κατά το αγγλοσαξονικό πρότυπο ως εταιρείες LIMITED – LTD. Οι περισσότερες χώρες εγγραφής εξωχώριων εταιρειών έχουν αγγλοσαξωνικό δίκαιο αλλά σε κάθε περίπτωση συνιστάται οι μέτοχοι-ιδρυτές να προσδιορίζουν το ειδικότερα εφαρμοστέο δίκαιο, την μέθοδο και τον τόπο επίλυσης των διαφορών τους. <strong>Οι εξωχώριες εταιρείες «εγγράφονται»</strong> με πολύ απλό τρόπο και σε συντομότατο χρόνο. Αναλόγως της χώρας εγγραφής διατηρούν τον απλό δεσμό της τυπικής καταστατικής έδρας όπως για παράδειγμα στην Λιβερία, Παναμά, Νήσους Μάρσαλ κ.λπ.. Σε αυτές τις χώρες ο πραγματικός κύριος διορίζει διευθυντές της εταιρείας οι οποίοι μπορεί και να βρίσκονται σε οποιαδήποτε άλλη χώρα και φυλάσσει τα πρακτικά μαζί με το σώμα των μετοχών οι οποίες είναι μετοχές στον κομιστή. Σε άλλες χώρες όπως στα Channel Islands (π.χ. Gursney) οι δικαιούχοι συνήθως προσλαμβάνουν τοπικά λογιστικά ή δικηγορικά γραφεία ως διευθυντές και γραμματείς τα οποία κατ΄εντολήν του δικαιούχου (πραγματικού κυρίου &#8211; Beneficial Owner) εκδίδουν αποφάσεις, πληρεξούσια κ.λπ., τα οποία παρέχουν στους πραγματικούς κύριους, ενώ παράλληλα τηρούν και επίσημους ετήσιους εταιρικούς λογαριασμούς τους οποίους καταθέτουν στις αρμόδιες αρχές στα πλαίσια ενός νομοθετικού πλαισίου η αυστηρότητα του οποίου συνεχώς εντείνεται. Στην πράξη οι λογιστές και δικηγόροι που υποστηρίζουν εταιρείες στα Channel Islands αντιμετωπίζουν τους πραγματικούς κύριους (δικαιούχους) με θεσμική αυστηρότητα και με, επιτρέψτε μου να πω, μεγάλη επιφύλαξη. Το ανωτέρω είναι πολύ λογικό αν αναλογιστεί κανείς ότι τα Channel Islands είναι μεν αυτόνομες περιοχές που όμως υπάγονται διοικητικά και ελέγχονται από τις αρχές της Μεγάλης Βρετανίας.   <strong>Οι σχέσεις μεταξύ πραγματικών και εμφαινόμενων μετόχων διέπονται συνήθως από το Αγγλοσαξωνικό δίκαιο περί εμπιστευμάτων (trust) </strong>Το δίκαιο περί εμπιστευμάτων (trust) αποτελεί σημαντικότατη συμβολή του πηγάζοντος στην αρχαία Ρώμη και εξελιχθέντος στις χώρες της Κοινοπολιτείας κοινοδικαίου στη Νομική Επιστήμη, διότι διαχώρισε με μοναδικό τρόπο την Κατ’Ουσίαν Ιδιοκτησία (Equitable Title – Beneficial Owner) από την Κατά Νόμον Ιδιοκτησία (Settlor &#8211; Legal Title). Επιχειρώντας τον ορισμό του, λοιπόν, θα έλεγα ότι το Εμπίστευμα, γνωστό και ως Καταπίστευμα (Trust), δημιουργείται όταν ο απόλυτος κύριος – ιδιοκτήτης περιουσίας, Εμπιστευματοπάροχος (Settlor) δίδει το νόμιμο τίτλο της περιουσίας αυτής στους Επιτρόπους – Εμπιστευματοδόχους, δηλαδή νομικά ή φυσικά πρόσωπα (Trustees), οι οποίοι διαχειρίζονται και κρατούν την περιουσία προς όφελος των Κατ’ ουσίαν Δικαιούχων (Beneficiaries), σύμφωνα με τους όρους του Εγγράφου Σύστασης Εμπιστεύματος (Trust Deed / Settlement). Συνεπώς το Εμπίστευμα επιτυγχάνει ένα ιδιαίτερο τέχνασμα με απόλυτα νομικά κατοχυρωμένο τρόπο: παρέχει τη δυνατότητα σε περισσότερα του ενός άτομα να έχουν δικαιώματα ταυτόχρονα στην ίδια περιουσία προς όφελος όλων των εμπλεκομένων, αποφεύγοντας δημοσιότητα, με ευέλικτο επαγγελματικό τρόπο, μεγιστοποιώντας τα κέρδη της περιουσίας με παράλληλο φορολογικό σχεδιασμό, και δημιουργώντας μια κλασσική τριμερή σχέση. <strong>Έγγραφο Εμπιστεύματος (Trust)</strong> 1) Απόλυτος Ιδιοκτήτης – 2) Επιβλέπων (Protector Εμπιστευματοπάροχος όχι απαραίτητα) (Settlor) Επίτροποι (Trustees) Νόμιμος Τίτλος Εμπιστευματοδόχοι (Legal Title) 3) Δικαιούχοι (Beneficiaries) Kατ’ουσίαν Tίτλος (Equitable Title) <strong>Το καταστατικό έγγραφο</strong> των εξωχωρίων εταιρειών περιλαμβάνει συνήθως εκτενέστατο και ευρύτατο σκοπό, επωνυμία, δυνατότητα προσδιορισμού της έδρας της εταιρείας εντός ή εκτός της χώρας εγγραφής, μετοχικό κεφάλαιο, και μέτοχο ιδρυτή. Οι χώρες εγγραφής εξωχωρίων εταιρειών συνήθως δεν θέτουν περιορισμούς ως προς το τυπικό περιεχόμενο του καταστατικού. <strong>Ο μέτοχος – ιδρυτής</strong> πολλές φορές είναι πρόσωπο το οποίο παρέχει με την ίδρυση εξουσιοδότηση – έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών σε νέο πρόσωπο. <strong>Καταστατικά έγγραφα</strong> εξωχωρίων εταιρειών έχουν συνήθως την μορφή απλού ιδιωτικού εγγράφου, είναι ευκολονόητα και απλά. <strong>Οι Εξωχώριες εταιρείες δεν διαθέτουν συνήθως ουσιαστική έδρα</strong> υπό την συνήθη κατά το εταιρικό δίκαιο έννοια. Αυτό γεννά ζητήματα σε δύο σημαντικούς πυλώνες δράσης, δηλαδή στις εμπορικές συναλλαγές και στην αντιμετώπιση από τα κράτη υποδοχής, όπως θα πραγματευτούμε παρακάτω. <strong>Το μετοχικό κεφάλαιο</strong> των εταιρειών αυτών είναι συνήθως συμβολικό και οι μετοχές εκδίδονται στον κομιστή σε συνδυασμό με παρένθετα πρόσωπα. Οι υπεράκτιες εταιρείες αποφεύγουν συνήθως την διενέργεια επιχειρηματικών πράξεων που ενέχουν εκ της φύσης τους ρίσκο με την ίδια εταιρεία που αποκτούν περιουσιακά στοιχεία. Ως εκ τούτου, οι συναλλασσόμενοι με υπεράκτιες εταιρείες σπανίως αποβλέπουν στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ή σε πάγια στοιχεία της εταιρείας ως μέσο πίστης ή αναγκαστικής εκτέλεσης. <strong>Hαλλαγή των διευθυντών &#8211; συμβούλων</strong>, η μεταβίβαση των μετοχών τους και οι πάσης φύσης τροποποιήσεις του καταστατικού είναι ιδιαιτέρως απλή. Δεδομένου ότι καταρχήν η εξουσία κάθε διευθυντή – σύμβουλου της εταιρείας είναι απεριόριστη, συνιστάται η εξειδίκευση της εξουσίας ενός εκάστου με αποφάσεις του συμβουλίου διευθυντών και έγγραφα προσδιορισμού της εντολής. Για την καλή λειτουργία αυτών των επιχειρήσεων και την αποφυγή εμπλοκών συνιστάται οι διευθυντές να λαμβάνουν γραπτές εντολές από τους πραγματικούς κύριους (beneficial owners). Επειδή στην πράξη οι διευθυντές δεν είναι ιδιαίτερα επιμελείς στο να λαμβάνουν μέσα αυτοπροστασίας, πολύ συχνά δημιουργούνται εμπλοκές οι οποίες καταλήγουν στα αρμόδια δικαστήρια και σε διαιτητικά όργανα. Οι ιδρυτές – μέτοχοι συνήθως συνάπτουν <strong>συμφωνίες μετόχων</strong> και κανονισμούς λειτουργίας των καταστατικών οργάνων (By Laws) με λεπτομερείς προβλέψεις για την Συνέλευση Μετόχων, τους Αξιωματούχους και την εν γένει διοίκηση της εταιρείας. Η σπουδαιότητα της ύπαρξης συμφωνιών είναι ιδιαίτερα μεγάλη αναφορικά με τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων και την προστασία της όποιας, έστω και οριακής, μειοψηφίας. <strong>Οι αντισυμβαλλόμενοι</strong> πρέπει να περιλαμβάνουν στις συμβάσεις με εξωχώριες εταιρείες σαφείς διατάξεις για το εφαρμοστέο δίκαιο και τα αρμόδια δικαστήρια ή διαιτητικά όργανα, για το πρόσωπο και τη διεύθυνση αλληλογραφίας και κοινοποίησης εγγράφων και να προβλέπουν ασφαλείς τρόπους συναλλαγής. Όλες οι γνωστές χώρες εγγραφής εξωχώριων εταιρειών παρέχουν τη δυνατότητα τα επίσημα έγγραφα (καταστατικό, πιστοποιητικά, αλληλογραφία) να γίνονται στην Αγγλική γλώσσα. Επίσης έχουν φροντίσει να παρέχουν πιστοποιήσεις των διαφόρων αλλοδαπών εγγράφων παρέχοντας επικύρωση Apostile σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης της 5. 10. 1961 την οποία έχει υπογράψει και η Ελλάδα. Χρήσιμο είναι να αναφερθεί ενδεικτικά ότι εταιρείες χωρών όπως η Λιβερία έχουν πάψει από καιρό να χαίρουν της εμπιστοσύνης τόσο του διεθνούς επιχειρηματικού κόσμου όσο και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των διαφόρων χωρών υποδοχής, ιδιαιτέρως δε των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών. Επί του παρόντος, εξωχώριες εταιρίες οι οποίες απολαμβάνουν καταρχήν της εμπιστοσύνης των φορέων διαφόρων χωρών υποδοχής, επίσης ενδεικτικώς αναφερόμενες, είναι οι εταιρείες Παναμά, Νήσων Μάρσαλ, Channel Ishlands. <strong><u>Ξεφεύγοντας από τα τυπικά όρια του θέματος των εξωχώριων εταιρειών είναι χρήσιμο να γίνει αναφορά στις Κυπριακές εταιρείες.</u></strong> Η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωσητην 01.05.2004. Το σύνολο των εταιρειών στην Κυπριακή Δημοκρατία περιλαμβανομένων των πρώην υπεράκτιων εταιρειών και αργότερα εταιρειών διεθνών δραστηριοτήτων, δεν χαρακτηρίζονται πλέον ως εξωχώριες εταιρείες αλλά «κανονικές» εταιρείες κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπόκεινται σε φορολογία 10% επί των κερδών τους ετησίως, ποσοστό που είναι το χαμηλότερο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα ανωτέρω κέρδη προκύπτουν από ένα απλούστατο φορολογικό σύστημα ειδικώς για τις εταιρείες μικρού κύκλου εργασιών. Στα πλαίσια εναρμόνισης με το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, δεν υφίσταται πλέον διαφοροποίηση με τις εταιρείες αμιγώς Κυπριακών συμφερόντων, με τη μόνη κατοχυρωμένη θετική εξαίρεση που προνοεί ότι το σύνολο των μερισμάτων (dividends) που καταβάλλονται σε μετόχους εταιρειών διεθνών δραστηριοτήτων και οι οποίοι δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι Κυπριακής Δημοκρατίας, απαλλάσσονται πλήρως οποιασδήποτε φορολογίας επί των εν λόγω μερισμάτων. Περαιτέρω, η Κυπριακή και η Ελληνική Δημοκρατία έχουν υπογράψει και επικυρώσει διμερή συνθήκη από την 30/03/1992 για αποφυγή καταβολής διπλής φορολογίας μεταξύ τους. Το σύνολο των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάνουν πλέον αποδεκτές τις πιστοποιήσεις πληρωμών φόρου που λαμβάνουν χώρα στην Κυπριακή Δημοκρατία και πάλι στα πλαίσια αποφυγής καταβολής διπλής φορολογίας. Οι Κυπριακές Εταιρείες Διεθνών Δραστηριοτήτων παρέχουν ανωνυμία, ισχυρά φορολογικά κίνητρα και οι ευρωπαϊκές χώρες υποδοχής τις αναγνωρίζουν ως Ευρωπαϊκές Εταιρείες. Τα φορολογικά στοιχεία τα οποία εκδίδουν γίνονται αποδεκτά από τις λοιπές ευρωπαϊκές φορολογικές αρχές και είναι ευπρόσδεκτες από το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Να προσθέσω επίσης ότι εκ των επισήμων γλωσσών της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι η Ελληνική γλώσσα την οποία μιλούν όλοι οι Έλληνες της Κύπρου. Όλα τα έγγραφα, αλληλογραφία και συνεννοήσεις με την διοίκηση γίνονται στην ελληνική γλώσσα. Με την ομογενοποίηση της Ευρωπαϊκής Αγοράς και του αντίστοιχου δικαίου, σταδιακά οι υποχρεώσεις επιμέλειας περί τις Κυπριακές Εταιρείες Διεθνών Δραστηριοτήτων οξύνονται. Με τις ολοένα αυξανόμενες διευρωπαϊκές συμφωνίες οι Κυπριακές αρχές οφείλουν να απαντούν σε ερωτήσεις-σημειώματα άλλων αρχών (π.χ. ερωτήσεις-σημειώματα ελληνικών φορολογικών αρχών για το αν τιμολόγιο που καταχώρησε ελληνική εταιρεία υποδοχής είναι εγγεγραμμένο στα βιβλία της αντίστοιχης κυπριακής εταιρείας προμηθευτή). Ομοίως οξύνεται και η δυνατότητα εκτέλεσης αποφάσεων ευρωπαϊκών δικαστηρίων εις βάρος περιουσιακών στοιχείων κυπριακών εταιρειών (περιλαμβανομένων των μετοχών τους). Παρά την σταδιακή όξυνση της αυστηρότητας αντιμετώπισης των Κυπριακών Εταιρειών Διεθνών Δραστηριοτήτων σήμερα είναι εγγεγραμμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία πλέον των 250.000 εταιρειών. Σημειωτέον ότι η Κυπριακή Δημοκρατία παρέχει ένα άρτιο και επίκαιρο νομικό πλαίσιο περί εμπιστευμάτων το οποίο επίσης χρησιμοποιείται αναλόγως με τις Εταιρείες Διεθνών Δραστηριοτήτων όταν αντικείμενο είναι η διαχείριση περιουσίας. Παρόμοια με τις Κυπριακές είναι και η πορεία των εταιρειών Λουξεμβούργου, επίσης χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιστρέφοντας στις Εξωχώριες εταιρείες σημειωτέον ότι <strong>τα κράτη υποδοχής</strong> αντιμετωπίζουν τις εξωχώριες εταιρείες αποσπασματικά αναλόγως των δραστηριοτήτων τους και του πραγματικού τόπου επιχειρηματικής δραστηριοποίησης. Μια εξωχώρια εταιρεία, κατά το δίκαιο εκάστης χώρας υποδοχής, μπορεί να θεωρηθεί ως έχουσα μόνιμη εγκατάσταση σε αυτή και να εξομοιωθεί ποικιλοτρόπως με εγχώρια εταιρεία του κράτους υποδοχής, ασχέτως του κράτους εγγραφής. Για παράδειγμα μια εξωχώρια εταιρεία Χ ΛΤΔ ενοικιάζει γραφεία στην Αθήνα, οι διευθυντές της εκδράμουν από τα γραφεία αυτά, συνάπτει σύμβαση λήψης υπηρεσιών που θα παρασχεθούν στην Ελλάδα με εγκατεστημένα στην Αθήνα πρόσωπα, εισάγει προϊόντα στην Ελλάδα τα οποία εκτελωνίζει στον Πειραιά και πουλά στην Ελλάδα εισπράττοντας το αντίτιμο σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρείται στην Αθήνα. Η ανωτέρω εταιρεία μάλλον θα θεωρηθεί ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα και θα φορολογηθεί ως κάτοικος Ελλάδας. Εν γένει και η Ελλάδα, ως κράτος υποδοχής, αντιμετωπίζει τις εξωχώριες εταιρείες με αποσπασματικό τρόπο και με την θέσπιση ισχυρών φορολογικών αντικινήτρων. Ο Έλληνας νομοθέτης ουδέποτε δημιούργησε μια ευέλικτη μορφή εταιρείας ή μια ζώνη «ελευθέρων συναλλαγών» και ουδέποτε ευνόησε τις συναλλαγές με αυτές. Αντίθετα, άλλες χώρες, όπως η Μεγάλη Βρετανία, ιστορικά συναλλάσσονταν με εξωχώριες εταιρίες χωρών όπως τα Channel Islands, Γιβραλτάρ, Κύπρος, κ.λπ. Στην Ελλάδα, όχι μόνο το δημόσιο, αλλά και οι ιδιώτες αντιμετωπίζουν τις εξωχώριες εταιρείες με ιδιαίτερο σκεπτικισμό. Έτσι με τον νόμο 3091/2002 (βλ. άρθρα 15-18 του ν. 3091/ 2002, Υπ. Απ. 1017621/10262/Β0012 – 2006 και Υπ. Απ. 1003630/10043/Β0012/8.2.2005) θεσπίστηκε ετήσιος <strong>ειδικός φόρος τρία τοις εκατό (3%) επί της αξίας των ακινήτων</strong> που έχουν στην κυριότητα τους αλλοδαπές εταιρείες χωρίς καμία άλλη δραστηριότητα στην Ελλάδα. Επίσης ορίστηκε ότι η δαπάνη για την αμοιβή του λογιστή για την τήρηση των λογιστικών βιβλίων δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα τα οποία προκύπτουν από τα ακίνητα αυτά, καθόσον, για τον προσδιορισμό των εισοδημάτων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις που αναφέρονται στα φυσικά πρόσωπα. Εντός της προθεσμίας που όριζε ο Νόμος πάμπολλες εξωχώριες εταιρείες <strong>μεταβίβασαν τα ακίνητά τους</strong> σε φυσικά πρόσωπα ή άλλες εταιρείες που δεν ενέπιπταν στα όρια του νόμου με προφανή έσοδα για το ελληνικό δημόσιο και σημαντικότατη διεύρυνση της φορολογητέας ύλης. Βεβαίως προβλέπονται <strong>αρκετές λογικές εξαιρέσεις</strong> όπως για παράδειγμα &#8211; εταιρείες των οποίων οι μετοχές βρίσκονται σε διαπραγμάτευση σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, εταιρείες που ασκούν στην Ελλάδα και άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα (εμπορική, μεταποιητική, παροχής υπηρεσιών), εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα τους από τη δραστηριότητα αυτή είναι μεγαλύτερα των ακαθάριστων εσόδων από ακίνητα κατά το οικείο οικονομικό έτος. Επίσης, ναυτιλιακές επιχειρήσεις που έχουν εγκαταστήσει γραφεία στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 89/1967, μόνο νια τα ακίνητα που ιδιοχρησιμοποιούν στην Ελλάδα αποκλειστικά ως γραφεία ή αποθήκες, για την κάλυψη των λειτουργικών τους αναγκών κλπ. Με τον ίδιο νόμο προβλέφθηκε η μη έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων των <strong>αποσβέσεων επί των πάγιων περιουσιακών στοιχείων τους</strong> τα οποία αγοράζονται από εξωχώρια εταιρεία. Υπολογίζονται λογιστικά οι αποσβέσεις επί των στοιχείων αυτών, αλλά με την υποβολή της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος τους οι εταιρείες που αγόρασαν τέτοια στοιχεία, θα πρέπει να αναμορφώνουν τα αποτελέσματα τους με το ποσό των πιο πάνω αποσβέσεων, προσθέτοντας αυτό ως λογιστική διαφορά. Σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομίας τούτο έγινε διότι οι εξωχώριες εταιρείες κατά κανόνα διαμεσολαβούν σε τριγωνικές συναλλαγές, όπου από άλλη χώρα αποστέλλονται τα εμπορεύματα και από άλλη τιμολογούνται (ΠΟΛ 1041/5.3.2003 – άρθρο 31 Κ.Β.Σ.) Οι δαπάνες που πραγματοποιούν επιχειρήσεις <strong>για αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών</strong> από εξωχώρια εταιρεία, καθώς και τα δικαιώματα ή οι αποζημιώσεις που καταβάλλουν σε εξωχώρια εταιρεία για τη χρησιμοποίηση στην Ελλάδα <strong>τεχνικής βοήθειας, ευρεσιτεχνιών</strong>, σημάτων, σχεδίων, μυστικών βιομηχανικών μεθόδων και τύπων, πνευματικής ιδιοκτησίας και άλλων συναφών δικαιωμάτων δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα τους (ΚΦΕ, άρθρο 31, παρ.14) (Υπ. Απ. 1017621/10262/Β0012 – 2006). <strong>Αντίθετα, δασμοί και λοιποί φόροι &#8211; τέλη </strong>που καταβάλλει επιχείρηση κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων που έχουν αγοραστεί από εξωχώρια εταιρεία<strong>εκπίπτουν</strong>, σύμφωνα με την περ.ε΄ της παρ.1 του άρθρου 31 του ΚΦΕ από τα ακαθάριστα έσοδα, έστω και αν τα ποσά αυτών έχουν ενσωματωθεί στο κόστος των αγορασθέντων εμπορευμάτων (οι αγορές δεν αναγνωρίζονται σύμφωνα με την παρ.14 του ιδίου άρθρου). Επίσης, αναγνωρίζονται και τα λοιπά έξοδα που πραγματοποιούνται για την εισαγωγή των υπόψη αγαθών (εκτελωνιστικά, μεταφορικά, έξοδα τραπεζών κλπ.), με την προϋπόθεση ότι καλύπτονται από νόμιμα παραστατικά. (Υπ. Απ. 1080606/10335/Β0012 – 2008). <strong>Ομοίως, υπολογίζονται</strong> αποσβέσεις στα ακίνητα που μεταβιβάζονται από εξωχώριες εταιρείες (1062241/10672/Β0012/2.7.2003), και εκπίπτουν δαπάνες που πραγματοποιούν ημεδαπές επιχειρήσεις για την αγορά <strong>scrap σιδήρου</strong> από εξωχώριες εταιρείες με την προϋπόθεση ότι η αγορά αυτή γίνεται βάσει του δημοσιευμένου σε εξειδικευμένο περιοδικό δείκτη τιμών πώλησης. (1086728/11232/Β0012/14.12.2004). Οι δαπάνες μεταφοράς του <strong>φυσικού αερίου</strong> και επιθεώρησης φόρτωσης αυτού αναγνωρίζονται για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της έστω και αν οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται από εξωχώριες εταιρείες. (1112224/11361ΠΕ/Β0012/23.1.2004), Επίσης εκπίπτουν τα μισθώματα που καταβάλλει <strong>ελληνική αεροπορική εταιρεία</strong> σε εξωχώρια εταιρεία για την μίσθωση αεροσκαφών τα οποία είναι νηολογημένα στην Ελλάδα και εκτελούν δημόσιες αερομεταφορές στο εσωτερικό της χώρας και στο εξωτερικό (άρθρο 8, Ν.2859/2000). Τα ανωτέρω ισχύουν με την προϋπόθεση ότι η εκμισθώτρια αλλοδαπή επιχείρηση δεν προσφέρει υπηρεσίες στην ημεδαπή εταιρεία (π.χ. διάθεση προσωπικού, ιπταμένου ή μη, συντήρηση των αεροπλάνων, κ.λπ.) των οποίων η αμοιβή είναι ενσωματωμένη στα εν λόγω μισθώματα (1070703/10743/Β0012/30.7.2003), (1056182/10624/ Β0012/4.11.2003). Από τα ανωτέρω εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι υπεράκτιες εταιρείες μπορούν να προβούν σε επενδύσεις στην Ελλάδα. Δραστηριοποιούμενες στην χώρα μας, αγοράζουν ακίνητα, καταβάλλουν φόρους, συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, συναλλάσσονται κανονικά με τράπεζες. Σε πολλά σημεία στον ελληνικό νόμο και τις αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις αναφέρονται οι υπεράκτιες εταιρείες. Η ελληνική διοίκηση παρά τις αποσπασματικές ρυθμίσεις και την ευκαιριακή αντιμετώπιση, όπως την επιβολή του ανωτέρω φόρου 3% με σκοπό την αύξηση των δημοσίων εσόδων, τουλάχιστον είναι συνεπής ως προς την αναγνώριση των εξωχώριων εταιρειών στην Ελλάδα: τους απονέμει Α.Φ.Μ. για δραστηριοποίηση στην Ελλάδα με τον διορισμό φορολογικού εκπροσώπου και επίσημα έγγραφα νομιμοποίησης και επιτρέπει την ίδρυση υποκαταστήματος με την προσκόμιση ορισμένων εγγράφων και την δημοσίευση περίληψης της εγκριτικής απόφασης του Νομάρχη στο Φ.Ε.Κ. (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Δυστυχώς όμως το ανώτατο δικαστήριο της χώρας λαμβάνοντας θέση σε μια εκτενέστατη θεωρητική συζήτηση έκρινε ότι «<em>η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του κατ’ άρθρο 10 ΑΚ. Ως έδρα νοείται η <strong>πραγματική</strong> και όχι η καταστατική. <strong>Εάν συνεπώς δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ιδρύσεως που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο για συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, η εν λόγω εταιρεία είναι άκυρη</strong>.»</em>. Το θεωρητικό υπόβαθρο της ανωτέρω απόφασης ανατρέχει στις πραγματείες περί των θεωριών της Ίδρυσης (ή ενσωμάτωσης) και της θεωρίας της Έδρας, δηλαδή περί το αν αρμόδιο εφαρμοστέο δίκαιο είναι αυτό της χώρας ίδρυσης ή αυτό της πραγματικής έδρας. Στην συζήτηση αυτή συνέβαλε τα μέγιστα η θεωρία της «επικάλυψης» και σχετική «συμβιβαστική» πρόταση του καθηγητού Κ.Παμπούκη Ιδιαίτερης προσοχής χρήζει επίσης ο <strong>Κώδικας Κατασκευής Δημοσίων Έργων</strong>. Σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 4 απαγορεύεται η σύναψη δημοσίων συμβάσεων με εξωχώριες εταιρείες (βλέπε και άρθρο 31.1.στ Kώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, και ΠΟΛ 1041/2003 &#8211; Υπ Οικ. επί άρθρου 5.7 ν. 3091/2002) Οι εξωχώριες εταιρείες απαγορεύεται, επίσης, να συμμετέχουν με ποσοστό μεγαλύτερο του ένα τοις εκατό (1%) επί του μετοχικού κεφαλαίου ή να κατέχουν εταιρικά μερίδια ή να είναι εταίροι των εταίρων σε <strong>επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης</strong> (εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις άρθρου 2.6 του ν. 3310/2005, όπως ισχύει μετά το ν. 3414/2005). Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και για τις εξωχώριες εταιρείες, οι οποίες συμμετέχουν σε άλλα νομικά πρόσωπα που είναι μέτοχοι επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις ή μέτοχοι των μετόχων αυτών και ούτω καθεξής, και οι οποίες είναι κάτοχοι ποσοστού μετοχών, το οποίο συνυπολογιζόμενο και αναγόμενο σε ποσοστό μετοχών στην επιχείρηση που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις αντιστοιχεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του ένα τοις εκατό (1%) επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ν. 3310/2005, όπως ισχύει μετά το ν. 3414/2005. Επίσης απαγορεύεται εξωχώρια εταιρεία να συμμετέχει με ποσοστό μεγαλύτερο του ένα τοις εκατό (1%) επί του μετοχικού κεφαλαίου ή να κατέχει εταιρικά μερίδια ή να είναι εταίρος του εταίρου επιχείρησης μέσων ενημέρωσης. <strong>Πολλές φορές αισιόδοξοι σύμβουλοι αντιμετωπίζουν τις εξωχώριες εταιρείες ως ασφαλές μέσο φοροαποφυγής</strong>. Αυστηρή υπόδειξη αποτελεί το ότι αυτές οι εταιρείες πρέπει να χρησιμοποιούνται με φειδώ, από πραγματικούς γνώστες του θέματος και με μοναδικό σκοπό τον φορολογικό σχεδιασμό. Μπορεί οι έννοιες φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή (φορολογικές σχεδιασμός) να φαίνονται όμοιες αλλά οι έννοιες του νομίμου και του παρανόμου συχνά είναι δυσδιάκριτες και για την ασφαλή χρήση τους απαιτείται η συμβουλή ομάδας ειδικών και η χρήση τους με σεβασμό προς μια μορφή εταιρείας η οποία αποτελεί καταλύτη υγιούς διεθνούς εμπορίου και όχι φοροδιαφυγής Ο σύμβουλος που υποστηρίζει μια εξωχώρια εταιρεία πρέπει να προβλέπει στο μέτρο του δυνατού την βιωσιμότητα της λύσης αναλόγως του αντικειμένου της εταιρείας, των χωρών εγγραφής και υποδοχής και των αναγκών των πραγματικών κυρίων. Επιπλέον, πρέπει να προβλέπει ασφαλείς και στο μέτρο του δυνατού ανέξοδους μεθόδους απεμπλοκής της επιχειρηματικής δραστηριότητας από την συγκεκριμένη εξωχώρια εταιρεία και την υπαγωγή του αντικειμένου της σε άλλη αναλόγως με το εκάστοτε νομικό-φορολογικό πλαίσιο των κρατών υποδοχής και εγγραφής. Επιτρέψτε μου επίσης να σημειώσω ότι είναι πολλές οι περιπτώσεις που εξωχώριες εταιρείες αποτέλεσαν και αποτελούν εργαλεία κάθε μορφής παράνομης δραστηριότητας. Δεδομένων και των εκ του νόμου υποχρεώσεών μας ως δικηγόρων περί διακίνησης μαύρου χρήματος (Νόμος 3691/2008) όσοι εμπλέκονται με τέτοιες εταιρείες πρέπει να είναι βέβαιοι ότι γνωρίζουν τον πραγματικό κύριο και τις δραστηριότητές του και να αποφεύγουν αυστηρώς να υποστηρίζουν παράνομες δραστηριότητες έστω και εμμέσως. Η διεθνής προσπάθεια καταπολέμησης έμμεσης ή άμεσης υποστήριξης της τρομοκρατίας εντείνει συνεχώς τον έλεγχο στην δραστηριότητα των εξωχώριων εταιρειών με αποτέλεσμα να αμβλύνεται αργά αλλά σταθερά η χρησιμότητα των εξωχώριων εταιρειών δεδομένου ότι περιορίζονται σημαντικά οι δυνατότητες φορολογικού σχεδιασμού. Ο άλλος ισχυρός πυλώνας των εξωχώριων εταιρειών, η ανωνυμία των πραγματικών κυρίων, παραμένει ακόμα ισχυρός πόλος έλξης στο μέτρο που αιτήματα άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και της ανεύρεσης και απόδοσης ευθύνης στον πραγματικό κύριο (Lifting the veil) υποστηρίζονται ασθενώς ακόμη από την επιστημονική θεωρία και σχεδόν καθόλου από την δικαστηριακή πρακτική Εν κατακλείδι, οι διεθνείς οργανισμοί και τα κράτη προσπαθούν να συγκεράσουν τις ανάγκες ρύθμισης και εποπτείας σχοινοβατώντας μεταξύ τριών αλληλοσυγκρουόμενων αναγκών:</p>
<ul>
<li>Της ανάγκης για ελεύθερο εμπόριο,</li>
<li>Της φορολόγησης των κερδών που αποφέρει η εμπορική δραστηριότητα με στόχο την μεγιστοποίηση των κρατικών εσόδων, και</li>
<li>Της αποτροπής υπόθαλψης εγκληματικών και ιδίως τρομοκρατικών πράξεων.</li>
</ul>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
<div id="block-webform-client-block-1084" class="block block--webform block--webform-client-block-1084"></div>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.</title>
		<link>https://nikoskapelislaw.gr/service/%ce%b1%ce%bd%cf%89%ce%bd%cf%85%ce%bc%ce%b7-%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b5%ce%b9%ce%b1-%ce%b1-%ce%b5/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[JS]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 11 Oct 2020 13:30:03 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://nikoskapelislaw.gr/?post_type=service&#038;p=1990</guid>

					<description><![CDATA[Ανώνυμη Εταιρεία (Α.Ε.) είναι κεφαλαιουχική εταιρεία, της οποίας το κεφάλαιο της είναι διαιρεμένο σε μετοχές. Το νομικό της πλαίσιο διαμορφώθηκε από τον κωδικοποιημένο νόμο 2190/1920 «Περί Ανωνύμων Εταιρειών», που αποτέλεσε και το επιμέρους «Δίκαιο της Α.Ε.». Σύμφωνα με το Εμπορικό Δίκαιο η Α.Ε. είναι πάντα εμπορική εταιρεία ακόμα και όταν δεν ασκεί εμπορία. Για την [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<p>Ανώνυμη Εταιρεία (Α.Ε.) είναι κεφαλαιουχική εταιρεία, της οποίας το κεφάλαιο της είναι διαιρεμένο σε μετοχές. Το νομικό της πλαίσιο διαμορφώθηκε από τον κωδικοποιημένο νόμο 2190/1920 «Περί Ανωνύμων Εταιρειών», που αποτέλεσε και το επιμέρους «Δίκαιο της Α.Ε.». Σύμφωνα με το Εμπορικό Δίκαιο η Α.Ε. είναι πάντα εμπορική εταιρεία ακόμα και όταν δεν ασκεί εμπορία. Για την σύσταση της πρέπει να είναι συγκεντρωμένο το κατώτατο όριο μετοχικού κεφαλαίου 24.000 ευρώ σύμφωνα με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 12/12/2012, ΦΕΚ 240 Α’. Το ποσό αυτό οριζόταν στα 60.000 ευρώ μέχρι το 2012. Η Ανώνυμη Εταιρεία πρέπει να διατηρεί ορισμένες διατυπώσεις δημοσιότητας, οι οποίες προστατεύουν τους καλόπιστους τρίτους και τους συναλλασσόμενους. Μέσα σε αυτές είναι η δημοσίευση των ετήσιων αποτελεσμάτων κατά ορισμένο τρόπο (δηλ. τον Ισολογισμό, τα Αποτελέσματα Χρήσεως και Αποτελέσματα Διαθέσεως τηρώντας το Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και σε μία πολιτική εφημερίδα. Στις Α.Ε. το εταιρικό κεφάλαιο διαιρείται σε ίσα μέρη, τις μετοχές, οι οποίες είναι ανώνυμες ή ονομαστικές, και μεταβιβάζονται ελεύθερα, εκτός αν το καταστατικό υποβάλλει το μεταβιβαστό σε ορισμένους περιορισμούς («δεσμευμένες μετοχές»). Κάθε μέτοχος ευθύνεται μέχρι και το ποσό της εισφοράς του. <strong><u>Σύσταση Α.Ε</u></strong><u>:</u>Η ίδρυση της Α.Ε. προϋποθέτει έγκριση της Διοικήσεως (Υπουργείου Ανάπτυξης ή αρμόδιας Νομαρχίας), μόνο όμως αν το κεφάλαιο υπερβαίνει τα 3 εκ. ευρώ, και καταχώριση της έγκρισης και του καταστατικού, στο Μητρώο Α.Ε. Περίληψη της σχετικής καταχώρισης δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Α.Ε. &amp; Ε.Π.Ε.). <strong><u>Όργανα της Α.Ε.:</u></strong>Το ανώτατο όργανο της Α.Ε. είναι η Γενική Συνέλευση (Γ.Σ.), στην οποία λαμβάνονται όλες οι μεγάλες αποφάσεις. Την Γενική Συνέλευση απαρτίζουν οι μέτοχοι της εταιρείας. Οι συνελεύσεις είναι έκτακτες και τακτικές. Τακτική Γενική Συνέλευση γίνεται τουλάχιστον μία φορά το έτος. Κάθε μετοχή αποτελεί μία ψήφο και καθένας έχει δικαίωμα να ψηφίσει ή και να ψηφιστεί. Στις Γενικές Συνελεύσεις γίνεται η ψηφοφορία για τη σύνθεση του επόμενου Διοικητικού Συμβουλίου, ορίζονται τα καθήκοντα του, λαμβάνονται αποφάσεις για σημαντικά ζητήματα όπως ο καθορισμός της μακροχρόνιας πολιτικής της εταιρείας και παρουσιάζονται τα αποτελέσματα που πέτυχε η εταιρεία την προηγούμενη χρήση και εγκρίνεται ο ισολογισμός της. Τέλος οποιαδήποτε αλλαγή στο Καταστατικό της εταιρείας πρέπει να αποφασιστεί από Γενική Συνέλευση. Το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) αποτελείται από τα μέλη που ψηφίστηκαν στην Γενική Συνέλευση και έχει το καθήκον της επίβλεψης της εταιρείας και της χάραξης πολιτικής και στρατηγικής αυτής. Έτσι το Διοικητικό Συμβούλιο συνεδριάζει για πολύ σημαντικά ζητήματα και παρακολουθεί την πορεία της εταιρείας στην αγορά. Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει τον Πρόεδρό του, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον συντονισμό των εργασιών του, καθώς και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, ο οποίος ασκεί την διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας. Ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Σύμβουλος μπορεί να είναι συχνά το ίδιο πρόσωπο, ενώ μπορεί να οριστούν περισσότεροι από ένας Διευθύνοντες Σύμβουλοι. <strong>Για την ίδρυση ανώνυμης εταιρείας</strong> πρέπει να συμπράξουν δύο τουλάχιστον μέρη ή κατά την έκφραση του νόμου το κεφάλαιο αυτής πρέπει να αναληφθεί από δύο τουλάχιστον ιδρυτές (<a href="http://www.gge.gr/09diadsystasis/Documents/Nomoi/N_2190.doc">άρθρο 8, Κ.Ν. 2190/20</a>). Η αναλογία συμμετοχής των ιδρυτών δεν ορίζεται.   Τα ιδρυτικά μέλη της ανώνυμης εταιρείας μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας τους (σύμφωνα με το άρθρο 127 του Αστικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Ν.1329/83). Συμμετοχή ανηλίκου στην ίδρυση ανώνυμης εταιρείας επιτρέπεται μόνο κατόπιν δικαστικής άδειας. Κατώτερο όριο γενικώς για την ίδρυση Ανώνυμης Εταιρείας είναι τα είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) δρχ. (<a href="http://www.gge.gr/09diadsystasis/Documents/Nomoi/N_2190.doc">άρθρο 8, παρ.2 Κ.Ν. 2190/20</a>, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ.1 του Ν.2579/98), ενώ υπάρχουν περιπτώσεις που ο νόμος απαιτεί πολύ μεγαλύτερο ποσό κεφαλαίου. Π.χ. οι προερχόμενες από συγχώνευση ή μετατροπή κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 1297/72 και του Ν. 2166/93 ανώνυμες εταιρείες πρέπει να έχουν ελάχιστο ύψος μετοχικού κεφαλαίου 100.000.000 δρχ. Σύμφωνα με το <a href="http://www.gge.gr/09diadsystasis/Documents/Entypa/N_2842.doc">Ν.2842/2000</a>, το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο για την ίδρυση Α.Ε. από 1/1/2002 ορίζεται στα 60.000 Euro (20.445.000 δρχ). Για τις ήδη υπάρχουσες εταιρείες προβλέπεται η δυνατότητα να συνεχίσουν να λειτουργούν με 2.5% χαμηλότερο κεφάλαιο (δηλ. 58.500 Euro). <strong>Βασικά Χαρακτηριστικά </strong>Τα βασικά χαρακτηριστικά της ανώνυμης εταιρείας είναι τα ακόλουθα:</p>
<ol>
<li>Το μεγάλο σχετικά κεφάλαιο που απαιτείται για την ίδρυσή της</li>
<li>Η διαίρεση του κεφαλαίου σε ίσα μερίδια, που ενσωματώνονται σε έγγραφα, τις μετοχές</li>
<li>Οι αυστηροί όροι δημοσιότητας κατά την ίδρυσή της αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της</li>
<li>Η μακρά διάρκειά της (συνήθως 50 ετών)</li>
<li>Η περιορισμένη ευθύνη των μετόχων</li>
<li>Η λήψη αποφάσεων κατά πλειοψηφία</li>
<li>Η ύπαρξη δύο οργάνων, ήτοι της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων και του Διοικητικού Συμβουλίου.</li>
</ol>
<p>ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ <strong>Κύρια Χαρακτηριστικά: <em>διέπεται από τις διατάξεις του Ν.2190/1920</em></strong> Οι Ανώνυμες Εταιρίες (ή Ανώνυμες Μονοπρόσωπες Εταιρίες) είναι ένα αυτοτελές νομικό πρόσωπο που δεν εξαρτάται από τη σύσταση και την κατάσταση των μετόχων (ή του μετόχου) της και κυριότερο πλεονέκτημα, οι μέτοχοι που συμμετέχουν σε αυτήν να ευθύνονται μόνο μέχρι το ύψος της συμμετοχής τους. Κατώτερο κεφάλαιο για την ίδρυση ανώνυμης εταιρίας, και αυτό είναι ένα από τα μειονεκτήματα, είναι τα 60.000,00 ευρώ ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που απαιτείται μεγαλύτερο κεφάλαιο (π.χ. μετατροπή εταιρίας σε ανώνυμη βάση του Ν.2166/93 απαιτείται κεφάλαιο 300.000,00 ευρώ) <strong>Επιπλέον κύρια χαρακτηριστικά:</strong></p>
<ol>
<li>Η διαίρεση του κεφαλαίου σε ίσα μερίδια, που ενσωματώνονται σε έγγραφα, τις μετοχές</li>
<li>Οι αυστηροί όροι δημοσιότητας κατά την ίδρυσή της αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της</li>
<li>Η μακρά διάρκειά της (συνήθως 50 ετών)</li>
<li>Η περιορισμένη ευθύνη των μετόχων</li>
<li>Η λήψη αποφάσεων κατά πλειοψηφία</li>
<li>Η ύπαρξη δύο οργάνων, ήτοι της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων και του Διοικητικού Συμβουλίου.</li>
</ol>
<p><strong>Διαδικασία Σύστασης:</strong></p>
<ol>
<li><strong>Σύνταξη του Σχεδίου του Καταστατικού </strong>το οποίο αποτελεί το νομικό έγγραφο της συστάσεως της εταιρείας αλλά επίσης προδιαγράφει και όλα τα βασικά θέματα που αφορούν στις σχέσεις των μετόχων, στη διοίκηση της εταιρείας, σε θέματα που αφορούν τη διάρκεια ζωής της αλλά και τη διάλυσή της.Σύμφωνα με το άρθρο 2 του K.N. 2190/1920 το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας πρέπει να περιέχει διατάξεις:</li>
</ol>
<ul>
<li>Για την εταιρική επωνυμία η οποία βάση του άρθρου 5 του Ν.2190/1920 πρέπει να περιέχει τον τίτλο της εταιρίας, τον σκοπό της και τις λέξεις “Ανώνυμη Εταιρία”</li>
<li>το σκοπό της εταιρείας.</li>
<li>Για την έδρα της εταιρείας.</li>
<li>Για τη διάρκειά της.</li>
<li>Για το ύψος και τον τρόπο καταβολής του εταιρικού κεφαλαίου.</li>
<li>Για το είδος των μετοχών, καθώς και για τον αριθμό, την ονομαστική αξία και την έκδοση τους.</li>
<li>Για τον αριθμό των μετοχών κάθε κατηγορίας, εάν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετόχων.</li>
<li>Για τη μετατροπή ονομαστικών μετοχών σε ανώνυμες, η ανωνύμων σε ονομαστικές.</li>
<li>Για τη σύγκληση, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου.</li>
<li>Για τη σύγκληση, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες των γενικών συνελεύσεων.</li>
<li>Για τους ελεγκτές.</li>
<li>Για τα δικαιώματα των μετόχων.</li>
<li>Για τον ισολογισμό και τη διάθεση των κερδών.</li>
<li>Για τη λύση της εταιρείας και την εκκαθάριση της περιουσίας της.</li>
</ul>
<ol>
<li><strong>Προέγκριση Επωνυμίας </strong>από τοπικό Επιμελητήριο για το δικαίωμα χρήσης της Επωνυμίας και του Διακριτικού Τίτλου.</li>
<li><strong>Δικηγορικός Σύλλογος </strong>στον οποίο καταβάλλεται γραμμάτιο προείσπραξης για τον συμπράττοντα δικηγόρο ο οποίος είναι υποχρεωτικό να παρίσταται στην υπογραφή του καταστατικού<strong>.</strong></li>
<li><strong>Συμβολαιογράφος </strong>για την οριστική σύνταξη του συμβολαίου το οποίο υπογράφεται από τα μέλη και τον δικηγόρο</li>
<li><strong>Εθνικη Τράπεζα </strong>κατατίθεται ποσό ύψους ένα τοις χιλίοις (0,001) επί του μετοχικού κεφαλαίου υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού στον Ειδικό Λογαριασμό της <strong>Επιτροπής Ανταγωνισμού, Κεντρικό Κατάστημα Αθήνας Νο 040/546191-03</strong></li>
<li><strong>Νομαρχία ή Γ.Γ. Εμπορίου </strong>για την έγκριση του καταστατικού σύστασης</li>
</ol>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
