<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΕΡΓΑΤΙΚΟ &#8211; Δικηγορικό γραφείο Καπέλης Νικόλας</title>
	<atom:link href="https://nikoskapelislaw.gr/service-category/%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://nikoskapelislaw.gr</link>
	<description>Καπέλης και συνεργάτες</description>
	<lastBuildDate>Thu, 15 Oct 2020 17:40:34 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>
	<item>
		<title>ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΙ ΜΙΣΘΟΙ (ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑ ΕΡΓΟΔΟΤΗ)</title>
		<link>https://nikoskapelislaw.gr/service/%ce%bf%cf%86%ce%b5%ce%b9%ce%bb%ce%bf%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%b9%cf%83%ce%b8%ce%bf%ce%b9-%cf%85%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b7%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%bf%ce%b4/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[JS]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 11 Oct 2020 13:22:24 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://nikoskapelislaw.gr/?post_type=service&#038;p=1984</guid>

					<description><![CDATA[Η ισχύουσα εργασιακή νομοθεσία προβλέπει μέτρα προστασίας της αξίωσης για πληρωμή του μισθού, τα οποία αποσκοπούν να εξασφαλίσουν για τον εργαζόμενο ότι με οποιεσδήποτε συνθήκες θα πληρωθεί τον μισθό του. Οι διατάξεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Δεδομένης της σημασίας του μισθού για τη διαβίωση του εργαζομένου, ο νόμος έχει λάβει μέτρα [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<p>Η ισχύουσα εργασιακή νομοθεσία προβλέπει μέτρα προστασίας της αξίωσης για πληρωμή του μισθού, τα οποία αποσκοπούν να εξασφαλίσουν για τον εργαζόμενο ότι με οποιεσδήποτε συνθήκες θα πληρωθεί τον μισθό του. Οι διατάξεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Δεδομένης της σημασίας του μισθού για τη διαβίωση του εργαζομένου, ο νόμος έχει λάβει μέτρα για την προστασία του. -Απαγορεύεται να συμψηφιστεί ο μισθός με απαιτήσεις που έχει ο εργοδότης από τον εργαζόμενο για οποιαδήποτε αιτία (ζημία, δάνειο), εφόσον ο μισθός είναι απόλυτα αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του, εκτός από τυχόν απαιτήσεις κατά του εργαζομένου για ζημία που προξένησε με δόλο κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Επιτρέπεται, ωστόσο, η παρακράτηση ποσού από τον μισθό εκ των ως άνω αιτίων, εφόσον αυτή είναι εύλογη και το υπόλοιπο ποσό καλύπτει τις ανάγκες του εργαζομένου και της οικογένειάς του. -Απαγορεύεται η κατάσχεση ή εκχώρηση του μισθού σε τρίτους. -Απαγορεύεται η κατάσχεση των αποδοχών στα χέρια του εργοδότη με τις εξής δύο εξαιρέσεις: α) Μέχρι το 1/2 του ύψους τους για την ικανοποίηση διατροφής από τον νόμο και β) μέχρι το 1/4 του μισθού ή το 1/5 του ημερομισθίου για χρέη του εργαζομένου προς το Δημόσιο. Παράλληλα ο εργαζόμενος, σε περίπτωση που δεν του καταβάλλεται ο συμφωνημένος μισθός, έχει τις εξής δυνατότητες: -Να διεκδικήσει δικαστικά και εντόκως τους δεδουλευμένους μισθούς, καθώς και οποιαδήποτε άλλη αποζημίωση για ζημία που υπέστη. Η αξίωσή του αυτή υπόκειται σε πενταετή παραγραφή. Σε περίπτωση παράνομης απόλυσης, η αξίωση για καταβολή μισθών υπερημερίας υπόκειται σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία. Αυτό σημαίνει ότι η σχετική αγωγή πρέπει να ασκηθεί (κατάθεση και κοινοποίηση) μέσα σε τρεις μήνες, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. &#8211; Να θεωρήσει την καθυστέρηση βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας του (με τα συναφή δικαιώματα). -Να θεωρήσει την καθυστέρηση καταγγελία της σύμβασής του (με τα ανάλογα δικαιώματα). -Να ζητήσει την κήρυξη του εργοδότη σε κατάσταση πτώχευσης. &#8211; Να ζητήσει την ποινική δίωξη του εργοδότη. -Να ασκήσει το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας του. Όταν ο εργοδότης οφείλει αποδοχές στους εργαζομένους, καλό είναι να γνωρίζουμε ότι είναι υπέρ μας να έχουμε κάποιο χαρτί με την υπογραφή του εργοδότη στο οποίο να δηλώνεται ότι μας χρωστά αυτά τα χρήματα. Σχετικά με αυτό, αρκεί να ξέρουμε ότι: -Αρκεί ένα απλό χαρτί με την υπογραφή του ότι μας οφείλονται χρήματα. Και μόνο η υπόσχεσή του ότι θα τα πληρώσει στο μέλλον είναι νομικώς σημαντική. &#8211; Ακόμα καλύτερο είναι το χαρτί αυτό να είναι μια συναλλαγματική. Την υπογράφει ο εργοδότης και την κρατά ο εργαζόμενος. Όταν πληρωθεί, επιστρέφει ο εργαζόμενος τη συναλλαγματική στον εργοδότη. Η συναλλαγματική που δεν πληρώνεται χάνει την αξία της έπειτα από τρία χρόνια, οπότε, μέσα στο διάστημα αυτό πρέπει να κινηθούμε νομικά, για να γίνει η είσπραξή της με δικαστήριο. -Η πιο καλή εξασφάλιση όμως είναι η επιταγή. Είναι η μόνη περίπτωση κατά την οποία, εάν δεν πληρώσει ο εργοδότης, απειλείται με φυλάκιση, καθώς αυτό συνιστά ποινικό αδίκημα. Πρέπει όμως για την επιταγή να θυμόμαστε οπωσδήποτε ότι πρέπει να την πάμε στην τράπεζα για να πληρωθούμε άμεσα. Εάν περάσουν οχτώ (8) ημέρες από την ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτή, τότε η επιταγή χάνει την αξία της. Η είσπραξη του ποσού της επιταγής μπορεί να γίνει και δικαστικά. Εάν περάσουν έξι (6) μήνες, πάλι η επιταγή χάνει την αξία της. Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, η αποτελεσματικότητα των οποίων ενισχύεται και με τη συντονισμένη συνδικαλιστική δράση μέσω των σωματείων μας, γίνεται καλύτερα αντιληπτό ότι υπάρχουν τρόποι να προστατευτεί ο εργαζόμενος και να εισπράξει τα χρήματα που δικαιούται. Είναι απαραίτητο όμως να έχουμε πάντα κατά νου ότι καλό είναι να μην καθυστερούμε να προβούμε στις απαραίτητες ενέργειες, καθώς έτσι διακινδυνεύονται τα δικαιώματά μας. Επίσχεση εργασίας Ο εργαζόμενος, σε περίπτωση καθυστέρησης των δεδουλευμένων αποδοχών του εκ μέρους του εργοδότη, έχει το δικαίωμα, ως μέσο άμυνας, να ασκήσει το απορρέον από τον νόμο δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας του. Η επίσχεση εργασίας έχει αποκλειστικό και μόνο σκοπό να υποχρεώσει τον εργοδότη να καταβάλει στον εργαζόμενο τις δεδουλευμένες και καθυστερούμενες αποδοχές. Έτσι, ο εργαζόμενος που απέκτησε αξίωση ληξιπρόθεσμη και σχετική με την παροχή εργασίας του έναντι του εργοδότη δικαιούται να αρνηθεί να εκπληρώσει τη δική του υποχρέωση για παροχή της εργασίας του μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει τη δική του υποχρέωση που προκύπτει από τη σύμβαση εργασίας. Δεν μπορεί να ασκηθεί επίσχεση εργασίας με σκοπό τον εξαναγκασμό του εργοδότη σε αυξήσεις αποδοχών ή άλλες μη ληξιπρόθεσμες παροχές. Σε αυτή την περίπτωση, ο εργαζόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση περί παροχής εργασίας ενώ διακαιούται παράλληλα τις αποδοχές του για το χρονικό διάστημα αποχής του μέχρι την αποπληρωμή των οφειλομένων από τον εργοδότη. Το δικαίωμα της επίσχεσης είναι κατ&#8217; ένσταση προσβαλλόμενο ενοχικό δικαίωμα. Στο Εργατικό Δίκαιο και ειδικά στη σύμβαση εργασίας, το δικαίωμα αυτό παρουσιάζει κάποια ιδιομορφία: αυτό σημαίνει ότι μπορεί να ασκηθεί από τον μισθωτό όταν ο εργοδότης καθυστερεί την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών του ή δεν εκπληρώνει τις νόμιμες ή συμβατικές του υποχρεώσεις στα μέτρα υγιεινής και ασφάλειας ή με τη συμπεριφορά του ο εργοδότης προσβάλλει την προσωπικότητα του εργαζομένου. Ασκώντας το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται να δηλώσει στον εργοδότη ότι διακόπτει την απασχόλησή του μέχρι να του καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές ή να συμμορφωθεί ο εργοδότης με τις νόμιμες υποχρεώσεις του. Κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας ο εργοδότης περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας, γι&#8217; αυτό οι μισθωτοί δεν υποχρεούνται να παρέχουν εργασία ούτε και να παρουσιάζονται στην επιχείρηση, αλλά έχουν δικαίωμα να απασχοληθούν σε άλλον εργοδότη, για ικανοποίηση βασικών τους αναγκών. Οπωσδήποτε, όμως, ο μισθωτός που ασκεί το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας πρέπει να βρίσκεται πάντοτε στη διάθεση του εργοδότη, εφόσον αρθεί η υπερημερία του, για να αναλάβει εργασία (ΑΚ 656, Υπ. Εργασίας 1669/10.09.1982). Η επίσχεση εργασίας έχει αποκλειστικό και μόνο σκοπό να υποχρεώσει τον εργοδότη να καταβάλει στον μισθωτό τις δεδουλευμένες και καθυστερούμενες αποδοχές. Δεν μπορεί να ασκηθεί επίσχεση εργασίας με σκοπό τον εξαναγκασμό του εργοδότη για αυξήσεις αποδοχών ή άλλες παροχές που δεν είναι ληξιπρόθεσμες. Η επίσχεση εργασίας αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία που ισχύει από τη στιγμή που περιέρχεται σε γνώση του εργοδότη. Το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας μπορεί να ασκηθεί και όταν ο εργοδότης προσκαλεί τον μισθωτό, τον οποία άκυρα απέλυσε, να αναλάβει εργασία, χωρίς όμως να εξοφλεί ταυτόχρονα και τους μισθούς υπερημερίας, δηλαδή τις αποδοχές από την άκυρη απόλυση μέχρι την επάνοδο στην εργασία. Όταν ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ασκώντας το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας για βάσιμες αξιώσεις του, ο εργοδότης δεν μπορεί να θεωρήσει ότι έχει επέλθει λύση της σύμβασης εργασίας και γίνεται υπερήμερος ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζόμενου, εφόσον αποκρούει την προσφορά του χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας από πολλούς μαζί (ομαδική επίσχεση) υποστηρίζεται ότι μπορεί να ασκηθεί, γι&#8217; αυτό και εμφανίζει ομοιότητες με απεργία, με την οποία, ωστόσο, δεν πρέπει να συγχέεται. Πώς ασκείται νομίμως η επίσχεση εργασίας Η επίσχεση εργασίας γίνεται με ατομική δήλωση βούλησης η οποία θα πρέπει να είναι σαφής και ατομική. Απλή άρνηση εργασίας δεν αρκεί γιατί κινδυνεύει να εκληφθεί ως παραίτηση. Η άσκηση βέβαια του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας δεν θα πρέπει να γίνεται καταχρηστικά (281ΑΚ), οπότε, από μέσο προστασίας του μισθού, μπορεί να έχει ως συνέπεια την απώλεια της θέσης εργασίας. Το επισχετήριο έγγραφο κατατίθεται στην Επιθεώρηση Εργασίας. Συνοπτικά, οι απαραίτητες προϋποθέσεις ασκήσεως του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 325 του ΑΚ είναι οι κατωτέρω: α) Πρώτη προϋπόθεση είναι να υπάρχει ενεργός εργασιακή σύμβαση εργασίας (έγκυρη ή άκυρη). β) Να υπάρχει αξίωση απαιτητή ή ληξιπρόθεσμη. γ) Να γίνεται ρητώς και σαφώς (γραπτώς ή προφορικώς εγκαίρως) ότι ο εργαζόμενος αρνείται να παρέχει τις υπηρεσίες του μέχρι να εκπληρώσει ο εργοδότης την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η δήλωση του μισθωτού ότι ασκεί το δικαίωμα της επίσχεσης είναι βασικότατη και πρέπει να είναι σαφής, γραπτή ή προφορική, και να γίνεται έγκαιρα. δ) Να ασκείται εντός των ορίων της καλής πίστεως, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος. ε) Η αξίωση να είναι συναφής προς την οφειλή και να στρέφεται κατά του προσώπου του εργοδότη. Άρση &#8211; Ματαίωση επίσχεσης εργασίας Οι συνέπειες της επίσχεσης εργασίας αίρονται βεβαίως με τη συμμόρφωση του εργοδότη. Δηλαδή, με την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών (μισθοί ή ημερομίσθια, δώρα εορτών, άδεια και επίδομα άδειας κ.λπ.) ή τη λήψη των νομίμων μέτρων υγιεινής και ασφάλειας ή γενικά με τη συμμόρφωσή του για κάθε νόμιμη ή συμβατική του υποχρέωση που κρίνεται ότι είναι αξιόλογη και όχι ασήμαντη. Ο εργοδότης μπορεί να ματαιώσει την επίσχεση εργασίας με την παροχή πραγματικής ασφάλειας στον εργαζόμενο, π.χ. με κατάθεση των οφειλομένων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όχι όμως και την παροχή απλής εγγύησης. Άκυρη απόλυση Σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας χωρίς καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης ή του εγγράφου καταγγελίας, ή σε περίπτωση καθυστέρησης μίας από τις τριμηνιαίες δόσεις της αποζημίωσης, καθώς και σε περίπτωση μη αποδοχής από τον μισθωτό της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ότι εξακολουθεί να ισχύει και ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος σύμφωνα με τις διατάξεις 349-350 του ΑΚ και υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών του μισθωτού από την ημέρα της άκυρης απόλυσης και έως ότου αρθεί η υπερημερία. Επίσης, ο εργοδότης περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας σε περίπτωση μη αποδοχής της εργασίας του μισθωτού. Εάν ο εργοδότης περιέλθει σε υπερημερία είναι υποχρεωμένος στην καταβολή όλων των αποδοχών του μισθωτού που θα λάμβανε εάν ο εργοδότης δεν αρνούνταν την εργασία του. Παράλληλα, όμως, ο υπόχρεος εργοδότης δικαιούται να εκπέσει από τις αποδοχές υπερημερίας ό,τι ο μισθωτός ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή αυτής αλλού, εφ&#8217; όσον όμως αυτή παρασχεθεί μέσα στον ίδιο χρόνο που θα παρείχε την εργασία του ο μισθωτός στον υπερήμερο εργοδότη. Για τον λόγο αυτό δεν εκπίπτουν από τις αποδοχές που οφείλει ο εργοδότης το επίδομα ανεργίας και ασθενείας και οι συντάξεις, ενώ, αντίθετα, στις αποδοχές υπερημερίας που οφείλει ο εργοδότης περιλαμβάνονται οι αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας. Σε περίπτωση που ακυρωθεί η γενόμενη απόλυση, η αποζημίωση που καταβλήθηκε στον μισθωτό δεν επιστρέφεται στον εργοδότη αλλά συμψηφίζεται με τις αποδοχές που οφείλονται για το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του. Παράλληλα, από τις αποδοχές που οφείλει ο εργοδότης θα παρακρατηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές του μισθωτού. Επίσης παρακρατούνται τα επιδόματα ανεργίας που έλαβε ο μισθωτός και αποδίδονται από τον εργοδότη στον ΟΑΕΔ εντός προθεσμίας 15 ημερών (άρθρο 31 ΝΔ 2698/53). Εάν ο εργοδότης παραλείψει να παρακρατήσει το επίδομα ανεργίας, υποχρεούται πλέον ο ίδιος να καταβάλει το ποσό αυτό στον Ασφαλιστικό Οργανισμό σαν να το παρακράτησε. Άρση υπερημερίας Η δικαστηριακή νομολογία δέχεται ότι η υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλλει τις αποδοχές στον μισθωτό του που απολύθηκε άκυρα παύει μόνο όταν επέλθει άρση της υπερημερίας κατά νόμιμο τρόπο, είτε δηλαδή με δήλωσή του ότι αποδέχεται τον μισθωτό στην εργασία του με τους ίδιους όρους είτε με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Η εργασία του μισθωτού σε άλλον εργοδότη δεν αίρει την υπερημερία του εργοδότη, αλλά πρέπει να προκύπτει σαφώς ότι ο μισθωτός αποδέχεται την απόλυση. Επίσης την άρση της υπερημερίας δεν επιφέρει η αδυναμία του μισθωτού να προσέλθει στην εργασία του κατά το διάστημα της υπερημερίας λόγω ασθενείας, αλλά πρέπει η αδυναμία παροχής εργασίας να οφείλεται σε υπαιτιότητα του μισθωτού, οπότε για το διάστημα αυτό αίρεται η υπερημερία (Αρ. Πάγου 569/92). Καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης (περιπτωσιολογία) Όπως κάθε δικαίωμα, έτσι και η επίσχεση υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, δηλαδή απαγορεύεται αν ασκείται καταχρηστικά. Έχει κριθεί από τα δικαστήρια ότι καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνιστούν ενδεικτικά οι ακόλουθες περιπτώσεις: α) Όταν η επίσχεση αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του εργοδότη να χορηγήσει παροχές που δεν είναι ήδη γεννημένες και ληξιπρόθεσμες ή να δεχτεί γενικότερα συνδικαλιστικά αιτήματα (π.χ. αποκατάσταση απολυθέντων συναδέλφων). β) Όταν η αξίωση του μισθωτού αμφισβητείται βάσιμα ως προς την ύπαρξη ή ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού. γ) Όταν ο μισθωτός αρνείται να συμπράξει στην εκκαθάριση αμφισβητούμενης αξίωσης. δ) Όταν η αξίωση του μισθωτού είναι ασήμαντη. ε) Όταν η καθυστέρηση από την πλευρά του εργοδότη δεν είναι μακρόχρονη. στ) Όταν η καθυστέρηση της καταβολής των αποδοχών δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της εργοδότη, αλλά στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάστασή του και τούτο ήταν γνωστό στον εργαζόμενο. ζ) Όταν ο καθυστερούμενος μισθός δεν είναι άμεσα και επιτακτικά αναγκαίος για τη διαβίωση του μισθωτού. η) Όταν η επίσχεση εργασίας προκαλεί δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη. θ) Όταν ο εργοδότης είναι γενικά φερέγγυος σε ό,τι αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Επίδομα επίσχεσης εργασίας από ΟΑΕΔ Σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας από τον εργαζόμενο, από τις ισχύουσες διατάξεις του ΟΑΕΔ, παρέχεται η δυνατότητα να επιχορηγηθεί ανάλογα ο εργαζόμενος που ασκεί το δικαίωμα αυτό ή εάν προτιμά ο εργαζόμενους αντί του επιδόματος ανεργίας να του καταβληθούν οι οφειλόμενες αποδοχές από τον Οργανισμό, αν το δικαίωμα αυτό ασκείται νόμιμα και έγκυρα για καθυστέρηση δεδουλευμένων αποδοχών. Το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί από το οφειλόμενο από τον εργοδότη ποσό.</p>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ</title>
		<link>https://nikoskapelislaw.gr/service/%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b1%ce%b9%cf%89%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%84%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1-%cf%84%ce%b7-%cf%83%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b7-%ce%b5/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[JS]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 11 Oct 2020 13:21:32 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://nikoskapelislaw.gr/?post_type=service&#038;p=1983</guid>

					<description><![CDATA[ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΡΓΟΔΟΤΗ-ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ α. Η παροχή εργασίας Ο εργαζόμενος υποχρεούται να θέσει στη διάθεση του εργοδότη την εργασία του, την οποία και οφείλει να εκτελέσει. Η έκταση της υποχρέωσης του εργαζόμενου για εργασία, προσδιορίζεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη. Με το δικαίωμα αυτό ο εργοδότης καθορίζει το είδος, τον τρόπο, τον τόπο, το χρόνο της [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<p>ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΡΓΟΔΟΤΗ-ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ <strong>α</strong>. Η παροχή εργασίας Ο εργαζόμενος υποχρεούται να θέσει στη διάθεση του εργοδότη την εργασία του, την οποία και οφείλει να εκτελέσει. Η έκταση της υποχρέωσης του εργαζόμενου για εργασία, προσδιορίζεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη. Με το δικαίωμα αυτό ο εργοδότης καθορίζει το είδος, τον τρόπο, τον τόπο, το χρόνο της εργασίας και γενικά κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης. Το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, το οποίο απορρέει από τη φύση της σύμβασης της εργασίας πρέπει να ασκείται καλόπιστα, η δε κατάχρηση αυτού υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Στο δικαίωμα αυτό τίθενται περιορισμοί τόσο από νομοθετικές διατάξεις όσο και από συλλογικές συμβάσεις ή και από όρους της εργασιακής σύμβασης. Αναφορικά με το είδος και τον τόπο της εργασίας, ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει από τον εργαζόμενο να εκτελεί την εργασία, για την οποία έχει προσληφθεί. Η μετάθεση από το ένα τμήμα της επιχείρησης σε άλλο επιτρέπεται και χωρίς τη συναίνεση του εργαζόμενου, αρκεί η μετάθεση αυτή να μη δημιουργεί χειροτέρευση της θέσης του. Για το χρόνο της εργασίας ο εργοδότης δικαιούται να απασχολεί τον εργαζόμενο σύμφωνα με τις ώρες που ο νόμος ορίζει. Σε περίπτωση υπερωρίας ο εργαζόμενος υποχρεούται στην εκτέλεση αυτής και δικαιούται για την εργασία αυτή ιδιαίτερη αμοιβή. Αν ο εργοδότης δεν αποδέχεται την εργασία του εργαζόμενου που συμφωνήθηκε, τότε καθίσταται υπερήμερος και ευθύνεται για την καταβολή του μισθού (Α.Κ. 656). <strong>β</strong>. Υποχρέωση του εργαζόμενου προς πίστη: Ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αξιώσει την έντιμη συμπεριφορά του εργαζόμενου έναντι της επιχείρησης. Η υποχρέωση προς πίστη, όπως συνήθως λέγεται, συνίσταται από μέρους του εργαζόμενου στην προσπάθεια να ενεργεί πάντοτε με σκοπό την πρόοδο της επιχείρησης και να αποφεύγει κάθε ενέργεια που να ζημιώνει αυτήν. Ο εργαζόμενος οφείλει να μην εκτελεί εργασίες όμοιες με εκείνες του εργοδότη, εκτός αν έχει τη συγκατάθεσή του, πολύ δε περισσότερο να μη συναγωνίζεται αυτόν, ούτε να βοηθά άλλους ανταγωνιστές της επιχείρησης, με τη μέθοδο της αποκάλυψης μυστικών ή πληροφοριών σ΄ αυτούς. Επίσης οφείλει να τηρεί εχεμύθεια σε εργασίες που του εμπιστεύθηκε η επιχείρηση και που έχουν χαρακτηρισθεί απόρρητες. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από τις αρχές της καλής πίστης (άρθρα 200 και 288 ΑΚ.) και στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και συνεργασία. <strong>γ</strong>. Αυτοπρόσωπη εκτέλεση της εργασίας &#8211; Αποκατάσταση βλάβης που προξενήθηκε συνεπεία δόλου ή αμέλειας του εργαζόμενου Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 651 και 652 του ΑΚ ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει την εργασία του αυτοπροσώπως και να επιδείξει την ανάλογη επιμέλεια γι΄ αυτήν. Ευθύνεται δε για κάθε ζημιά που μπορεί να προξενήσει στον εργοδότη όταν αυτή προέρχεται από δόλο ή αμέλεια. Γεννάται κατά συνέπεια στην περίπτωση αυτή δικαίωμα του εργοδότη για αποζημίωση. Ο βαθμός της επιμέλειας για την οποία ευθύνεται ο εργαζόμενος, κρίνεται από τη σύμβαση, αφού λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές γνώσεις που απαιτούνται για την εργασία, η μόρφωση, οι ικανότητες και οι ιδιότητες του εργαζόμενου, τις οποίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο εργοδότης. Αν ο εργοδότης γνώριζε την έλλειψη αυτών των ιδιοτήτων του εργαζόμενου και αποδέχθηκε την παροχή εργασίας τότε ο εργαζόμενος δεν ευθύνεται για τη ζημιά που μπορεί να συμβεί, σύμφωνα με την αρχή του συμψηφισμού των πταισμάτων και από τα δύο μέρη (άρθρο 300 ΑΚ). <strong>Δικαιώματα εργοδότη στην περίπτωση ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας – Καταγγελία σύμβασης εργασίας</strong> Αυτονόητο είναι ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο εργαζόμενος, ο οποίος άσκησε νομίμως το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, εγκατέλειψε αυθαιρέτως τη θέση του και συνακόλουθα να θεωρήσει ότι αυτός (ο εργαζόμενος) κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση ώστε, εφόσον πρόκειται για σύμβαση αορίστου χρόνου, να απαλλαγεί από την υποχρέωση του προς καταβολή της, κατά τις διατάξεις του Ν. 21 12 / 20 και 3198/1955, οφειλόμενης αποζημίωσης απολύσεως. Ο εργοδότης δικαιούται βέβαια να καταγγείλει, και ύστερα από τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως, την εργασιακή σύμβαση, υποχρεούμενος όμως να καταβάλλει την οφειλόμενη αποζημίωση και αποκρουόμενος με την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός του, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα. Αν η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης δεν γίνει σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, όπως στην περίπτωση εργοδότη νομικού προσώπου από όργανο του εργοδότη που έχει αυτή την εξουσία ή δεν καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση ή αν η καταγγελία κριθεί καταχρηστική, ο εργοδότης πάλι περιέρχεται μη αποδεχόμενος την παροχή της εργασίας σε υπερημερία και οφείλει, όσο αυτή διαρκεί, τις αποδοχές του εργαζομένου, σαν ο τελευταίος να εργαζόταν κανονικά ( Εφ.Αθ. 7027 /1991 Δ/νη 1993 .177, Εφ.Αθ. 11510 /1989 Νο.Β. 1990.651 ).</p>
<h2>Παύση υπερημερίας εργοδότη και εξάντληση συνεπειών επισχέσεως εργασίας</h2>
<p>Η υπερημερία του εργοδότη παύει και οι για τον εργαζόμενο συνέπειες της επισχέσεως της εργασίας του εξαντλούνται, είτε με την καταβολή των οφειλόμενων σ&#8217; αυτόν, είτε με την εκπλήρωση του ουσιώδους όρου της συμβάσεως είτε κατόπιν συμφωνίας με τον εργαζόμενο (ΕφΠειρ 769/2000 ΔΕΕ 2001,198, ΕφΑθ 8528/2003). Εξ ετέρου, ο εργοδότης κατά την πληρωμή του μισθού και τη χορήγηση εκκαθαριστικού σημειώματος έχει το δικαίωμα να αξιώσει από τον εργαζόμενο να υπογράψει εξοφλητική απόδειξη (ΑΚ 424). Η εν λόγω απόδειξη για να μπορεί να ληφθεί υπόψη, πρέπει να είναι αναλυτική και λεπτομερής, να αναφέρει δηλαδή τα επιμέρους ποσά, που απαρτίζουν τις καταβληθείσες αποδοχές του εργαζομένου καθώς επίσης και την αιτία της καταβολής τους, στοιχεία, τα οποία, οπωσδήποτε για το ορισμένο της, πρέπει να περιέχει και η εκ μέρους του εναγόμενου εργοδότη προβαλλόμενη ένσταση εξοφλήσεως των εργασιακών απολαβών, κατά τις συνδυαστικά εφαρμοζόμενες διατάξεις ΑΚ 419 και ΚΠολΔ 262 παρ. 1 (ΑΠ 24/2000 ΕλΔ 41,720).</p>
<h2>Περιορισμοί του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας</h2>
<p>Όμως, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι&#8217; αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 1153/2009). Το αξιόλογο αυτό κρίνεται από το δικαστήριο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ιδίως ενόψει των οικονομικών και εν γένει συνθηκών του ασκούντος το δικαίωμα τούτο εργαζομένου (ΕφΘεσ 1497/1978, ό.π.). <strong>ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΓΙΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΛΟΓΟ</strong> Κατά τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτε­δήποτε τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο, χω­ρίς να τηρήσει προθεσμία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής σπουδαίο λόγο αποτε­λούν τα περιστατικά εκείνα, ή ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατά αντικει­μενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να αξιωθεί από οποιοδήποτε εκ των συμβαλλόμενων μερών η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη συμφωνημένη ή την εκ του νόμου υποχρεωτική λήξη της, αφού ληφθεί υπόψη το σύνολο της συγκεκριμένης περίπτωσης. Ο σπουδαίος λόγος δεν είναι απαραίτητο να έχει ως αιτία μόνον την ουσιώδη παράβαση των συμβατικών υπο­χρεώσεων ή την επέλευση ζημίας, αλλά και οποιαδήποτε συμπεριφορά του ενός από τους συμβαλλομένους, που να έχει τέτοια σημασία για τη λειτουργία της σύμβασης, ώστε, αφού ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, καθώς και ο χαρακτήρας της σχέσης που προϋπο­θέτει την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, να μη δικαιολογείται ο υπαίτιος αξιώνοντας τη διατήρηση της (Ολ ΑΠ 10/95 ΔΕΝ 1995.809, ΑΠ 321/00 ΕΕργΔ 2002584, ΑΠ 14/99 ΕΕργΔ 2001.17, ΑΠ 1701/98 ΕλλΔνη 2001.125). Έτσι, σπουδαίο λόγο αποτελεί και η παράβαση όχι μόνον των κύ­ριων αλλά και των παρεπόμενων, πάντοτε όμως ουσιωδών, συμβατικών υποχρεώσεων, είτε έχουν συνομολογηθεί ρητά, είτε επι­βάλλονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται να επέρχεται και υλική ζημία στον αντισυμ­βαλλόμενο. Για τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου μπορούν να συνεκτιμηθούν περισσότερα από ένα πραγματικά περιστατικά, ακόμα και προγενέστε­ρα, που αυτοτελώς δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο, ενώ αποτελεί τέτοιο λόγο ή τέλεση σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος από το μισθωτό (ΑΠ 155/70 ΔΕΝ 26.573), καθώς και ο κλονισμός της εμπιστοσύνης του εργο­δότη προς το πρόσωπο του. Με τη σύμβαση εργασίας ή / και τον κανονισμό της εργοδό­τριας επιχείρησης μπορούν να προσδιορι­σθούν και ειδικοί λόγοι, εφόσον από τις περιστάσεις και τη φύση της εργασίας δικαιολο­γούνται ως σπουδαίοι για την καταγγελία της συμβάσεως. Εξάλλου ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος με ποινή ακυρότητας να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αφού η άνω διάταξη δεν θέτει τέτοια προϋπόθεση.</p>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΛΟΓΩ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ</title>
		<link>https://nikoskapelislaw.gr/service/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b6%ce%b7%ce%bc%ce%b9%cf%89%cf%83%ce%b7-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%cf%89-%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%84%cf%85%cf%87%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[JS]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 11 Oct 2020 13:20:20 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://nikoskapelislaw.gr/?post_type=service&#038;p=1982</guid>

					<description><![CDATA[Ως εργατικό ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας, ή εξ αφορμής αυτής, σε εργάτη, ή υπάλληλο των εργασιών, ή επιχειρήσεων, νοείται κάθε απότομο γεγονός, βίαιο γεγονός, εφόσον αυτό προκάλεσε στον εργαζόμενο ανικανότητα να εργασθεί πάνω από 4 ημέρες ή και απώλεια ζωής ακόμα. Βίαιο γεγονός σημαίνει να υπάρχει έκτακτη [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<p>Ως εργατικό ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας, ή εξ αφορμής αυτής, σε εργάτη, ή υπάλληλο των εργασιών, ή επιχειρήσεων, νοείται κάθε απότομο γεγονός, βίαιο γεγονός, εφόσον αυτό προκάλεσε στον εργαζόμενο ανικανότητα να εργασθεί πάνω από 4 ημέρες ή και απώλεια ζωής ακόμα. Βίαιο γεγονός σημαίνει να υπάρχει έκτακτη και αιφνίδια επίδραση εξωτερικού παράγοντα, που δεν έχει σχέση με την οργανική κατάσταση του εργαζομένου. Ο παθών από εργατικό ατύχημα, ασφαλισμένος ή όχι στο ΙΚΑ, και αναλόγως τα μέλη της οικογένειάς του, διατηρούν κατά του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων τις αξιώσεις τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τους, που συνιστά η αμέλεια ως προς την τήρηση των προβλεπόμενων από γενικές ή ειδικές διατάξεις όρων ασφάλειας των εργαζομένων. Η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης τους, κατά τα άρθρα 299 και 932 ΑΚ είναι διαφορετικής φύσης και δεν καλύπτεται από την απαλλαγή τους από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση, ή από την ειδική αποζημίωση κατά τον ν. 551/1915, που αφορούν αξιώσεις καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 855/2010). Η υποχρέωση αποζημίωσης κατά το κοινό δίκαιο ρυθμίζεται κυρίως από το άρθρο 914 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ (ΑΠ 1858/2011). Για να δικαιούται ο εργαζόμενος &#8211; παθών σε εργατικό ατύχημα, χρηματική αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος παράλειψη- πταίσμα και ευθύνη του εργοδότη, δηλαδή να είναι αυτός υπαίτιος του ατυχήματος. Τέτοιο πταίσμα θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων. Για τον προσδιορισμό του ύψους της εύλογης αποζημίωσης, το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία (συνθήκες ατυχήματος, έκταση της προκληθείσης σωματικής βλάβης και συνέπειες αυτής, οικονομική κατάσταση των μερών κ.λπ.) και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, το οποίο συνεκτιμάται με τα ως άνω στοιχεία γι&#8217; αυτό και δεν επιτρέπεται, μετά τον τελικό καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, να μειωθεί εκ νέου τούτο ανάλογα με το ποσοστό της συνυπαιτιότητας. Σε αντίθεση με τα παραπάνω ο εργαζόμενος δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για περιουσιακή ζημία μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη (Α.Π 703/2013 Εργατικό Ατύχημα &#8211; Αποζημίωση για ηθική βλάβη &#8211; Εύλογη χρηματική ικανοποίηση). <strong>Τι θεωρείται εργατικό ατύχημα και τι όχι;</strong> Προϋπάρχουσα ασθένεια, η οποία εκδηλώνεται ή επιδεινώνεται κατά την εκτέλεση της εργασίας κάτω από κανονικές συνθήκες δεν αποτελεί εργατικό ατύχημα. Αν όμως η ασθένεια προήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας κάτω από εξαιρετικές και ασυνήθιστες συνθήκες χαρακτηρίζεται ως εργατικό ατύχημα. Από τη νομολογία έχει κριθεί ότι υπέρμετρη προσπάθεια του εργαζόμενου που προκάλεσε θάνατο ή ανικανότητα για εργασία είναι εργατικό ατύχημα. &#8211; Έτσι, οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, που προκλήθηκε από ασυνήθιστους όρους εργασίας και δυσμενείς συνθήκες κρίθηκε από τα Δικαστήρια ότι αποτελεί εργατικό ατύχημα. &#8211; Εργατικό ατύχημα έχει κριθεί επίσης οτιδήποτε αποτελεί επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας, που προκλήθηκε από υπέρμετρη προσπάθεια που κατέβαλε ο εργαζόμενος κατά την εκτέλεση της εργασίας του κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες. &#8211; Ακόμα σαν εργατικό ατύχημα έχει χαρακτηριστεί εκείνο που συνέβη εξαιτίας ανάθεσης βαρείας εργασίας σε μη αποθεραπευθέντα εργαζόμενο.</p>
<ol>
<li><strong>Ποιες διατάξεις καλύπτουν το εργατικό ατύχημα;</strong></li>
</ol>
<p>Οι σχετικές με τα εργατικά ατυχήματα διατάξεις καλύπτουν τρεις περιπτώσεις ατυχημάτων: α) <strong>Κατά την εκτέλεση της εργασίας: </strong>Εκείνα που συμβαίνουν κατά την εκτέλεση της εργασίας σαν άμεση συνέπεια αυτής (τραυματισμός του εργαζομένου από μηχάνημα, πτώση κατά την εκτέλεση της εργασίας κλπ). β) <strong>Με αφορμή την εργασία: </strong>Εκείνα που συμβαίνουν με αφορμή την εργασία, δηλαδή εκτός του τόπου και του χρόνου εργασίας, με την προϋπόθεση να έχουν έστω και έμμεση σχέση με την εργασία. Έχει κριθεί από τα Δικαστήρια ότι αποτελούν εργατικά ατυχήματα και εκείνα που συμβαίνουν κατά την μετάβαση στην εργασία, ή κατά την ενέργεια μιας πράξης προς το συμφέρον του εργοδότη, ακόμα και χωρίς την εντολή του, ή κατά την διάρκεια της μεσημβρινής διακοπής στον τόπο της εργασίας κατά την προσέλευση ή αναχώρηση και για χρονικό διάστημα μιας ώρας αντίστοιχα. γ) <strong>Από επαγγελματική ασθένεια: </strong>Εκείνα που οφείλονται σε επαγγελματική ασθένεια. Επαγγελματικές ασθένειες είναι αυτές που οφείλονται στις επιδράσεις των συνθηκών εργασίας, όπως αναλυτικά αναφέρονται στον Κανονισμό Ασθένειας του ΙΚΑ. Ευρύτερα, όμως, και κάθε επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας που συνέβη λόγω εξακολούθησης της αυτής εργασίας αποτελεί επίσης εργατικό ατύχημα.</p>
<ol start="2">
<li><strong>Τι δικαιούται ένας εργαζόμενος σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος;</strong></li>
</ol>
<p>Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, οι παροχές του εργαζόμενου σε περίπτωση ατυχήματος διαφέρουν ανάλογα με το εάν είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ ή όχι. Έτσι ο εργαζόμενος δικαιούται: α) <strong>Ιατροφαρμακευτική και Νοσοκομειακή περίθαλψη: </strong>Εάν ο εργαζόμενος δεν είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης υποχρεώνεται να τα πληρώσει ο εργοδότης. Εάν ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται από τα έξοδα αυτά και ο εργαζόμενος καλύπτεται από το ΙΚΑ για τις παροχές αυτές. β) <strong>Εφάπαξ αποζημίωση οταν δεν είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ: </strong>Οι μη ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ δικαιούνται εφάπαξ αποζημίωση από τον εργοδότη, η οποία κυμαίνεται,ανάλογα με τον βαθμό ανικανότητας για εργασία (πλήρης διαρκής ανικανότητα, μερική διαρκής, πλήρης πρόσκαιρη, μερική πρόσκαιρη, θάνατος). Σήμερα πλέον περισσότερο εφαρμόζονται οι διατάξεις για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Οι παραπάνω αξιώσεις παραγράφονται μετά από παρέλευση 3 ετών από το ατύχημα. &#8212; i) <strong>Αποζημίωση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη: </strong>Όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα αν είναι ασφαλισμένοι ή όχι στο ΙΚΑ, εφόσον υποστούν εργατικό ατύχημα που οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων του ή αν υπάρχει παράβαση των διατάξεων για τους όρους υγιεινής και ασφάλειας, δικαιούνται χρηματική αποζημίωση για ηθική βλάβη. Σε περίπτωση θανάτου η αποζημίωση επιδικάζεται στα μέλη της οικογένειας (ψυχική οδύνη). Το ποσό της αποζημίωσης εξαρτάται από το βαθμό της βλάβης και ρυθμίζεται από το δικαστήριο. Οι αξιώσεις αυτές παραγράφονται 5 χρόνια μετά το ατύχημα. Ο εργοδότης επίσης υποχρεούται στην περίπτωση αυτή να καταβάλει στο ΙΚΑ κάθε δαπάνη από τη χορήγηση ασφαλιστικών παροχών στον παθόντα ασφαλισμένο. &#8212; ii) <strong>Αποδοχές &#8211; Επίδομα ασθενείας: </strong>Ο εργαζόμενος δικαιούται επίσης κατά το διάστημα της ανικανότητας επίδομα ασθενείας από το ΙΚΑ και το υπόλοιπο του μισθού του από τον εργοδότη για διάστημα 15 ημερών, εάν έχει υπηρεσία μικρότερη του έτους ή 1 μηνός για υπηρεσία πάνω από έτος.</p>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΛΟΓΩ ΑΠΟΛΥΣΗΣ</title>
		<link>https://nikoskapelislaw.gr/service/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b6%ce%b7%ce%bc%ce%b9%cf%89%cf%83%ce%b7-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%cf%89-%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%cf%83%ce%b7%cf%83/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[JS]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 11 Oct 2020 13:18:56 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://nikoskapelislaw.gr/?post_type=service&#038;p=1981</guid>

					<description><![CDATA[Σε περίπτωση που ο εργοδότης απολύσει τον μισθωτό (υπάλληλο ή εργάτη) μετά από συμπλήρωση δύο μηνών εργασίας στην δική του επιχείρηση, υποχρεώνεται να καταβάλει στον απολυόμενο την αποζημίωση που δικαιούται. (σχετ.Νομ.2112/1920 και Β.Δ. 16/18.7.1920.) Για τους απολυόμενους με την ιδιότητα του υπαλλήλου, η αποζημίωση δύναται να είναι μειωμένη όταν υπάρχει έγγραφη προειδοποίηση από τον εργοδότη [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<p>Σε περίπτωση που ο εργοδότης απολύσει τον μισθωτό (υπάλληλο ή εργάτη) μετά από συμπλήρωση δύο μηνών εργασίας στην δική του επιχείρηση, υποχρεώνεται να καταβάλει στον απολυόμενο την αποζημίωση που δικαιούται. (σχετ.Νομ.2112/1920 και Β.Δ. 16/18.7.1920.) Για τους απολυόμενους με την ιδιότητα του υπαλλήλου, η αποζημίωση δύναται να είναι μειωμένη όταν υπάρχει έγγραφη προειδοποίηση από τον εργοδότη προς τον εργαζόμενο περί της απολύσεως σε καθορισμένο από το νόμο χρόνο, εγγράφως. Σε αυτή την περίπτωση, το ποσό αποζημίωσης ανέρχεται στο μισό του ποσού που θα δικαιούταν σε περίπτωση μη ειδοποίησης.</p>
<p><u>Αποζημίωση απολυόμενου υπαλλήλου</u></p>
<p>Μηνιαίες τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα με συνθήκες πλήρους απασχόλησης πλέον 1/6. Μήνες αποζημίωσης που δικαιούται ο απολυόμενος εργαζόμενος επί των Μηναίων μικτών αποδοχών πλέον 1/6 μας κάνει το σύνολο της αποζημίωσης που πρέπει να του καταβληθεί. Στην αποζημίωση του υπαλλήλου που προϋπηρέτησε στον ίδιο εργοδότη ως εργάτης, λαμβάνεται υπόψη σαν να είχε διανυθεί με την ιδιότητα του υπαλλήλου και συνυπολογίζεται. Ενώ αντίθετα, ο εργαζόμενος που απολύεται ως εργάτης, λαμβάνει την αποζημίωση του εργατοτεχνίτη, εκτός και εάν προϋπηρέτησε ως υπάλληλος. Εάν το ποσό της αποζημιώσεως σε περίπτωση υπαλλήλου, υπερβαίνει τους 6 μισθούς, δύναται να καταβληθεί σε δόσεις, ήτοι 6 μισθοί κατά την απόλυση, το υπόλοιπο δε σε τριμηνιαίες δόσεις, η κάθε μία από τις οποίες πρέπει να είναι ίση με τουλάχιστον τις αποδοχές τριών (3) μηνών εκτός από το τελευταίο υπόλοιπο, που δύναται να είναι μικρότερο.</p>
<p>Εάν ο εργαζόμενος αρνείται να υπογράψει την καταγγελία συμβάσεως εργασίας και να λάβει το ποσό της αποζημιώσεως, για να είναι έγκυρη η απόλυσή του, θα πρέπει το έντυπο της καταγγελίας να του κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή και το ποσό της αποζημιώσεως να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Σύμβαση μισθωτού με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δύο (2) μηνών, δύναται να καταγγελθεί κατόπιν προηγούμενης έγγραφης προειδοποίησης του εργοδότη, ως εξής:</p>
<p>Εργοδότης ο οποίος δεν κάνει χρήση της δυνατότητας έγγραφης προειδοποίησης καταβάλλει στον απολυόμενο την αποζημίωση που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις των νόμων 2112/1920 (ΦΕΚ 67 Α ́) και 3198/1955 (ΦΕΚ 98 Α ́).</p>
<p>Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζόμενο κατά τα ανωτέρω, καταβάλλει στον απολυόμενο την αποζημίωση, που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις των νόμων 2112/1920 και 3198/1955 για τα χρόνια εργασίας που έχει συμπληρώσει ο απολυόμενος, σε περίπτωση καταγγελίας κατόπιν προειδοποίησης. Όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση. (Ν. 3863/2010 αρθ.74)   Δεν υπάρχουν κρατήσεις στο ΙΚΑ, όσον αφορά την αποζημίωση.</p>
<p>Η αποζημίωση όμως <strong>φορολογείται </strong>κανονικά (Ν. 3842/2010, αρθ.5) Η <strong>αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης</strong> υπολογίζεται όπως και η αποζημίωση απόλυσης, λαμβάνονται υπόψη οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, πριν τη λύση της σύμβασης εργασίας. Μισθωτοί και εργατοτεχνίτες αν πληρούν τις προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης μπορούν να αποχωρήσουν από την εργασία τους λαμβάνοντας το 50% της αποζημίωσης. Σε περίπτωση επικουρικής ασφάλισης λαμβάνουν το 40% της αποζημίωσης που δικαιούνται. Ο εργοδότης μπορεί να απολύσει υπαλλήλους όταν έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος και να τους καταβάλλει είτε το 50% είτε το 40% της αποζημίωσης. Στη περίπτωση των εργατοτεχνιτών δεν μπορεί να τους απολύσει, αν το κάνει, είναι υποχρεωμένος να τους καταβάλλει ολόκληρη την αποζημίωση. Ο εργαζόμενος που θεωρεί παράνομη ή καταχρηστική την απόλυσή του, δύναται να ασκήσει αγωγή κατά της επιχειρήσεως εντός τριμήνου από την ημερομηνία λύσεως της σχέσης εργασίας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.3198/55. Σε περίπτωση δε μειωμένης αποζημιώσεως, να ασκήσει αγωγή εντός εξαμήνου βάσει του Ν.2112/20 και Β.Δ. 16/18.7.20. Παραίτηση του απολυθέντος από της αξιώσεως καταβολής ολόκληρης ή υπολοίπου της αποζημιώσεως είναι άκυρη (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν.3198/55).</p>
<p>Πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση απολύσεως μισθωτών λόγω περιστατικών ανωτέρας βίας (σεισμοί, πυρκαγιά, κ.λ.π.), εφόσον ο εργοδότης είναι ασφαλισμένος κατά των κινδύνων αυτών, καταβάλλονται τα 2/3 της νόμιμης αποζημιώσεως. Ο εργοδότης απαλλάσσεται της καταβολής αποζημιώσεως εφόσον δεν είναι ασφαλισμένος έναντι των αιτιών που προκάλεσαν τη διακοπή της επιχείρησης. Σε περίπτωση πτωχεύσεως του εργοδότη, ο εργαζόμενός του δικαιούται την πλήρη αποζημίωσή του, κατατασσόμενος μεταξύ των προνομιακών δανειστών βάσει των άρθρων 957 επομ. Κ. Πολ. Δ. (άρθρο 12 παρ. 1 του Ν.3252/55).</p>
<p>Για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως των μισθωτών που αμείβονται κατ’ αποκοπή ή με ποσοστά ή κατά μονάδα εργασίας, υπολογίζουν την αποζημίωσή τους, με βάση τον μέσο όρο των αποδοχών που πραγματοποίησαν τους δύο τελευταίους μήνες προ της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης (Ν. 3198/55 άρθρο 5 παρ. 2). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά όσον αφορά την αποζημίωση του μισθωτού, στην περίπτωση που λύνεται η εργασιακή σχέση. Η μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας η οποία προέρχεται από τον εργοδότη και δεν απορρέει από διάταξη νόμου, εφόσον βλάπτει το μισθωτό υλικά ή ηθικά, άμεσα ή έμμεσα, θεωρείται ως καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και οφείλεται αποζημίωση (αρθρ. 7 Ν.2112/20). Εάν δεν καταβάλλει την αποζημίωση ή δεν δεχθεί να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με τους ίδιους όρους, που προσέφεραν και πρώτα, καθίσταται υπερήμερος.</p>
<p>Στην αποζημίωση, υπολογίζονται η αμοιβή για Κυριακή εργασία και εορτές όταν παρέχεται τακτικά και νόμιμα. Η προσαύξηση για τακτική νυκτερινή εργασία εφόσον παρασχεθεί κατά τον τελευταίο προ της απολύσεως μήνα. Επίσης, υπολογίζεται και η τακτική υπερεργασία. Δεν υπολογίζεται η αμοιβή για παράνομη υπερωριακή εργασία.</p>
<p><strong><u>ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ</u></strong> Εργάτης με ημερομίσθιο 50,00 ευρώ, ο οποίος έχει προσληφθεί πριν δύο χρόνια (συμπληρωμένα) η αποζημίωση του είναι η 15 ημερομίσθια και είναι η ακόλουθη : 50 ευρώ * 15 ημερομίσθια = 750,00 ευρώ / 6 = 125,00 ευρώ Συνολική αποζημίωση που θα του καταβληθεί 875,00 ευρώ</p>
<p><strong><u>ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ</u></strong> Υπάλληλος με Μηναίο μικτό μισθός 1.000 ευρώ, ο οποίος έχει προσληφθεί πριν δύο χρόνια (συμπληρωμένα) η <em><u>αποζημίωση του είναι η ακόλουθη :</u></em> 1.000 ευρώ * 2 μήνες = 2.000 ευρώ / 6 = 333,33 ευρώ</p>
<p><strong>Συνολική αποζημίωση που θα του καταβληθεί 2.333,33 ευρώ</strong> ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΥΣΗ</p>
<p><strong>ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΚΑΤΟΠΙΝ ΤΕΛΕΣΗΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΝΗΣ ΠΡΑΞΗΣ</strong></p>
<p>Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 2112/20, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί αζημίως από τον εργοδότη δηλ. χωρίς υποχρέωσή του προς καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, και χωρίς να τηρηθεί ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος της καταγγελίας, εφόσον, κατά του εργαζόμενου (υπαλλήλου ή εργάτη), υποβλήθηκε μήνυση για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή απαγγέλθηκε εις βάρος του κατηγορία για αδίκημα, το οποίο φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος (κατόπιν μήνυσης ακόμη και τρίτου και όχι απαραίτητα του εργοδότη). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το διαπραχθέν αδίκημα (ανεξαρτήτως της βαρύτητάς του) πρέπει να επηρεάζει ουσιαστικά και δυσμενώς την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης. Θα πρέπει δηλαδή, υπό τις διαμορφωμένες συνθήκες, εξαιτίας αυτού να έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, σε σημείο που να καθίσταται δυσχερής η εξακολούθηση της ισχύος της σύμβασης εργασίας. Ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, αλλά όχι οριστικά. Και τούτο διότι, αν επακολουθήσει απαλλαγή του εργαζόμενου με βούλευμα ή με δικαστική απόφαση, ο μισθωτός δικαιούται να ζητήσει την νόμιμη αποζημίωση, από την κοινοποίηση στον εργοδότη του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής απόφασης.</p>
<p><strong>ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΛΟΓΩ ΑΝΩΤΕΡΑΣ ΒΙΑΣ</strong></p>
<p>Εξαίρεση αφενός από την υποχρέωση πλήρους καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως και αφετέρου από το αναιτιώδες της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας δικαιολογούν γεγονότα ανωτέρας βίας, τα οποία διακόπτουν οριστικά και ολικά τη λειτουργία της επιχείρησης. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι υπάλληλος απολυόμενος ένεκα διακοπής της εργασίας λόγω πυρκαγιάς ή άλλου περιστατικού ανωτέρας βίας για τα οποία τυγχάνει ασφαλισμένος ο εργοδότης, δικαιούται τα 2/3 της αποζημίωσης ίσης προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών τις οποίες θα ελάμβανε κατά το χρόνο της καταγγελίας, εκτός αν από συμβάσεως ή εθίμου οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση. Εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι όταν ο εργοδότης δεν είναι ασφαλισμένος για το συγκεκριμένο περιστατικό βίας που προκάλεσε την παύση των εργασιών της επιχείρησης απαλλάσσεται εντελώς από την υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης. Και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις, όμως, υποχρεούται να τηρήσει τον έγγραφο τύπο της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης καθώς και να αναφέρει στο έγγραφο αυτής την αιτία της απόλυσης. Συνοψίζοντας, όταν ο λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου στηρίζεται σε περιστατικό ανωτέρας βίας, εφόσον συντρέξουν οι προβλεπόμενες από το νομοθέτη προϋποθέσεις (ανωτέρα βία, οριστική και ολική παύση εργασιών, μη ασφαλισμένος για το περιστατικό αυτό) ο εργοδότης μπορεί να απολύσει τον εργαζόμενο καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας του με έγγραφο τύπο και χωρίς αποζημίωση.</p>
<p><strong>Ο ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΣΕ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ</strong></p>
<p>Ο μισθωτός απολύεται έγκυρα, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου (αποζημίωση και έγγραφος τύπος) όταν με τη συμπεριφορά του επιδιώκει να προκαλέσει την καταγγελία με σκοπό να λάβει την προβλεπόμενη αποζημίωση. <strong>ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΜΙΣΘΩΤΟΥ</strong> Καταρχήν η ασθένεια του μισθωτού που διαρκεί πέρα από τα χρονικά όρια του νόμου δεν λύει αυτοδίκαια τη σύμβαση εργασίας, αλλά είναι εκάστοτε ζήτημα κρίσης του αρμόδιου δικαστηρίου εάν η απουσία του μισθωτού λόγω ασθενείας πέρα από τα επιτρεπόμενα χρονικά όρια επέφερε ή όχι τη λύση της εργασιακής του σύμβασης(Α.Π. 423/2010). Σε περίπτωση, πάντως, που θεωρηθεί η απουσία του μισθωτού ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του, αυτός δεν δικαιούται την νόμιμη αποζημίωση.</p>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΚΥΡΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΠΟΛΥΣΗ</title>
		<link>https://nikoskapelislaw.gr/service/%ce%b1%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%cf%87%cf%81%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%cf%83%ce%b7/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[JS]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 11 Oct 2020 13:16:16 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://nikoskapelislaw.gr/?post_type=service&#038;p=1980</guid>

					<description><![CDATA[Άκυρη και Καταχρηστική Απόλυση  Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<h1><span style="font-size: 16px;">Άκυρη και Καταχρηστική Απόλυση </span><span style="font-size: 16px;"> Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ. Επομένως, η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη μπορεί να προσβληθεί από τον εργαζόμενο ως καταχρηστική, εφόσον, πληροί μεν τις προϋποθέσεις της τυπικής νομιμότητας της καταγγελίας, αλλά συνιστά υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Οπότε, είναι σκόπιμο να διακρίνουμε την καταγγελία, που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου, από την καταχρηστική καταγγελία, παρόλο που συνέπεια και των δύο αυτών ελαττωμάτων είναι, εν τέλει, η ακυρότητα της καταγγελίας. Προϋποθέσεις έγκυρης τακτικής καταγγελίας Οι προϋποθέσεις έγκυρης τακτικής καταγγελίας είναι οι ακόλουθες: &#8211; Γραπτή κοινοποίηση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας στον εργαζόμενο. Η προφορική καταγγελία είναι άκυρη. -Τήρηση ορισμένου χρόνου προειδοποίησης, που είναι ανάλογος με τον χρόνο προϋπηρεσίας στον τελευταίο εργοδότη. &#8211; Χορήγηση αποζημίωσης, η οποία είναι ανάλογη με τον χρόνο προϋπηρεσίας στον τελευταίο εργοδότη. &#8211; Αναγγελία της απόλυσης στον ΟΑΕΔ μέσα σε 8 ημέρες από την κοινοποίηση του εγγράφου της καταγγελίας στον εργαζόμενο. Η παράλειψη της προϋπόθεσης αυτής δεν ακυρώνει την καταγγελία, αλλά έχει ποινικές συνέπειες για τον εργοδότη. Η άτακτη καταγγελία είναι η μοναδική μορφή καταγγελίας για τους εργάτες και η πιο συνηθισμένη για τους υπαλλήλους. Οι προϋποθέσεις έγκυρης άτακτης καταγγελίας είναι οι ίδιες με την τακτική χωρίς την προϋπόθεση της προειδοποίησης. </span><strong style="font-size: 16px;">Περιπτωσιολογία καταχρηστικής καταγγελίας</strong><span style="font-size: 16px;"> Καταγγελία της σχέσης εργασίας, που πληροί τις προϋποθέσεις τυπικής νομιμότητας, όπως αυτές αναφέρονται περιληπτικά παραπάνω, μπορεί να είναι, παρόλα αυτά καταχρηστική, εφόσον υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Έχει διαμορφωθεί πλούσια νομολογία επί του ζητήματος της καταχρηστικής καταγγελίας, σύμφωνα με την οποία καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι καταχρηστική, εφόσον:</span></h1>
<article class="node node--services node--full node--services--full" role="article">
<div class="node__content">
<div class="field field--name-body field--type-text-with-summary field--label-hidden">
<div class="field__items">
<div class="field__item even">
<ol>
<li>Οφείλεται σε επιλήψιμα κίνητρα του εργοδότη, π.χ. λόγους εμπάθειας ή εκδίκησης και γενικά προσωπικούς λόγους του εργοδότη που δεν συνδέονται με τα συμφέροντα της επιχείρησης (ΑΠ 1591/2010).</li>
<li>Οφείλεται σε ασθένεια του μισθωτού, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας και της μακροχρόνιας απουσίας του εργαζομένου, παρόλο που ο εργαζόμενος έχει θεραπευτεί ή αναμένεται η σε σύντομο χρόνο θεραπεία του (ΑΠ 1759/2002).</li>
<li>Οφείλεται στη διάθεση του εργοδότη να προσλάβει άλλο μισθωτό, παρά τη μακρόχρονη και επιτυχή υπηρεσία του απολυόμενου μισθωτού και χωρίς την ύπαρξη αποχρώντα λόγου για την απόλυση (ΑΠ 1155/1999)</li>
<li>Οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, οι οποίοι είναι στην πραγματικότητα προσχηματικοί ή δεν είναι απολύτως αναγκαία, ενόψει της δυνατότητας υιοθέτησης ηπιότερων μέσων (π.χ. μερική απασχόληση) (ΑΠ 1124/2007, ΑΠ 573/2007</li>
<li>Οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, αλλά όχι στην επιλογή των απολυόμενων με αντικειμενικά κριτήρια (ΑΠ 1124/2007).</li>
</ol>
<p>Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι η πρόσφατη απόφαση 5/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έκρινε ότι είναι άκυρη ΩΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ η καταγγελία σύμβασης εργασίας εργαζομένου, ο οποίος δεν συναίνεσε και δεν αποδέχθηκε την προτεινόμενη μείωση των αποδοχών του κατά ποσοστό 15% από τον εργοδότη του, γιατί αυτή παραβιάζει τα αξιολογικά όρια του άρθρου 281 του Α.Κ., διότι η μείωση των αποδοχών του όχι μόνο θα του προκαλούσε άμεση (υλική) ζημία, αλλά θα ανατρεπόταν και ο οικονομικός και οικογενειακός προγραμματισμός του. Με βάση τις σχετικές διατάξεις για την καταγγελία συμβάσεως και την πλούσια νομολογία, όπως έχει διαμορφωθεί ενδεικτικά αναφέρονται οι παρακάτω περιπτώσεις ακυρότητας της απόλυσης: <strong>α.</strong> <u>Μη καταβολή της αποζημίωσης μαζί με έγγραφο της απόλυσης</u>: Σε περίπτωση παράλειψης καταβολής αποζημίωσης έστω και μίας (1) δόσης επέρχεται ακυρότητα της απόλυσης. <strong>β.</strong><u>Καταχρηστική απόλυση</u> Όταν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ασκείται καταχρηστικά, όταν δηλαδή υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Πολλές περιπτώσεις απόλυσης έχουν κριθεί από τα Δικαστήρια σαν καταχρηστικές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: Απόλυση που γίνεται για την ικανοποίηση από τον εργοδότη αισθήματος εκδίκησης προς τον εργαζόμενο που είναι άσχετο με την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας. Καταχρηστικές είναι και οι απολύσεις που γίνονται λόγω νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του εργαζόμενου, ή λόγω δικαστικής διεκδίκησης των αξιώσεών του, ή λόγω αρνήσεώς του να δεχθεί παράνομη απαίτηση του εργοδότη, ή για πολιτικούς λόγους κλπ. Καταχρηστική έχει κριθεί επίσης η προσφυγή από τον εργοδότη στο δυσμενέστερο για τον εργαζόμενο μέσο, την απόλυση, για πειθαρχική παράβαση ενώ ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθεί με ηπιότερα μέτρα, όπως με τις προβλεπόμενες από τον Κανονισμό της επιχείρησης ποινές. Γενικά καταχρηστική είναι κάθε απόλυση που δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο συμφέρον του εργοδότη ή από άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζόμενου, από τις οποίες επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας. <u></u><strong>γ.</strong> <u>Απόλυση αντίθετη με απαγορευτικές διατάξεις</u> Σε ορισμένες περιπτώσεις η νομοθεσία απαγορεύει ρητά την απόλυση. Τέτοιες περιπτώσεις είναι κυρίως οι εξής:</p>
<ul>
<li><strong>Συνδικαλιστικά στελέχη</strong>: Απαγορεύεται η απόλυση των συνδικαλιστικών στελεχών χωρίς απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής.</li>
<li><strong>Έγκυες εργαζόμενες:</strong>1. Η παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 1483/1984 (Α΄ 153) αντικαθίσταται ως εξής: «1. <strong>Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία</strong> της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το χρονικό <strong><u>διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό</u></strong> ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη.» <strong>άρθρο 36,</strong><strong> Ν.3996/2011</strong></li>
<li>Αδειούχοι εργαζόμενοι: Είναι άκυρη η απόλυση εργαζομένου που έγινε κατά την διάρκεια της ετήσιας άδειας αναπαύσεως που του χορηγήθηκε.</li>
</ul>
<p>&nbsp;</p>
<ul>
<li><strong>Στρατευμένοι μισθωτοί</strong>: Δεν αποτελεί λόγο λύσης σύμβασης εργασίας, η στράτευσή τους. Υπάρχουν προστατευτικές διατάξεις γι&#8217; αυτούς που στρατεύονται ή αποστρατεύονται και δεν επιτρέπεται να απολυθούν, ακόμα και για ένα χρόνο μετά την αποστράτευσή τους. Η κύρωση για το μη σεβασμό των διατάξεων, είναι η ειδική πρόσθετη αποζημίωση, ίση με μισθούς 6 μηνών επιπλέον της αποζημίωσης για την απόλυση.</li>
<li><strong>Οι προσληφθέντες αναγκαστικά</strong> με τις διατάξεις για ην προστασία ατόμων με ειδικές ανάγκες, πολυτέκνων, πολεμιστών, αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης κλπ, δεν επιτρέπεται να απολυθούν χωρίς απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής.</li>
</ul>
<p><strong>Ενέργειες Εργαζόμενου σε περίπτωση Άκυρης Απόλυσης: </strong>Ο εργαζόμενος που απολύεται από την εργασία του με άκυρη καταγγελία μπορεί να προσφύγει στα Δικαστήρια και να ζητήσει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να του καταβληθούν οι μισθοί υπερημερίας από τον εργοδότη που δεν αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του.   <strong>Ποιες είναι οι προθεσμίες: </strong>Η σχετική αγωγή πρέπει να γίνει μέσα σε διάστημα 3 μηνών από την κοινοποίηση του εγγράφου της απόλυσης, αλλιώς το δικαίωμα παραγράφεται και η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αν η ακυρότητα της απόλυσης οφείλεται στη μη κοινοποίηση εγγράφου, η 3μηνη προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που ο εργοδότης σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου. Πάντως, η με επιφύλαξη είσπραξη της αποζημίωσης δεν αποτελεί παραίτηση του εργαζόμενου από το δικαίωμα ακυρότητας της απόλυσης ή της επιδίωξης μεγαλύτερης αποζημίωσης. Βάρος απόδειξης της καταχρηστικότητας της καταγγελίας Το βάρος απόδειξης της καταχρηστικότητας της καταγγελίας, δηλαδή των περιστατικών που θεμελιώνουν την καταχρηστικότητα αυτή, φέρει καταρχήν ο εργαζόμενος, καθώς δεν αρκεί η πλημμέλεια ή ανυπαρξία της αιτίας της καταγγελίας ώστε να θεωρηθεί αυτή καταχρηστική, διαφορετικά η καταγγελία θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη, κάτι που δεν επιτρέπεται στο ελληνικό εργατικό δίκαιο. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την άποψη που υιοθετεί ο Άρειος Πάγος σε διάφορες αποφάσεις του, σύμφωνα με την οποία «δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι&#8217; αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ&#8217; υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι&#8217; αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους &#8211; που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος &#8211; εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ». <img fetchpriority="high" decoding="async" src="http://www.nikoskapelislaw.gr/sites/default/files/services/c3.jpg" alt="c3" width="406" height="286" /><strong>Συνέπειες καταχρηστικής καταγγελίας </strong>Σε περίπτωση που η γενόμενη από τον εργοδότη καταγγελία ασκείται καταχρηστικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι άκυρη, με συνέπεια, αφενός τη μη λύση της υφιστάμενης σύμβασης εργασίας, και αφετέρου τη διατήρηση ακεραίων των απορρεόντων από αυτή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών. Συνακόλουθα, ο εργαζόμενος διατηρεί, για όσο διάστημα ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, την αξίωση προς καταβολή του συμφωνημένου ή νόμιμου μισθού του και παράλληλα διατηρεί τις αξιώσεις του έναντι του εργοδότη για πραγματική απασχόληση, για μισθούς υπερημερίας και, ενδεχομένως, για δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επίδομα αδείας. Ειδικότερα, ως προς τους μισθούς υπερημερίας, εάν ο εργοδότης καταστεί υπερήμερος ως προς την αποδοχή της προσφερόμενης σε αυτόν εργασίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την καταβολή του μισθού, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλον χρόνο (άρθρο 656 ΑΚ). Ο εργοδότης που καταγγέλλει άκυρα τη σύμβαση εργασίας καθίσταται εκ μόνου του λόγου αυτού υπερήμερος και οφείλει να καταβάλει τον μισθό στον εργαζόμενο. Επιπλέον, ο εργοδότης εξακολουθεί να οφείλει τις ασφαλιστικές εισφορές, εωσότου καταγγείλει νομίμως τη σύμβαση εργασίας. Ο εργοδότης μπορεί να αντιτάξει, έναντι της αξίωσης του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, την ένσταση έκπτωσης από τους μισθούς της ωφέλειας που ο εργαζόμενος αποκόμισε κατά το διάστημα της υπερημερίας από την παροχή της εργασίας του σε άλλον εργοδότη. Ωστόσο, η ωφέλεια αυτή του εργαζομένου θα πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την υπερημερία του εργοδότη. Έτσι, δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, όταν η ωφέλεια δεν απορρέει από την αξιοποίηση του χρόνου που ελευθερώθηκε λόγω της μη αποδοχής των υπηρεσιών του εργαζομένου, αλλά από εργασία που ο εργαζόμενος παρείχε προς τρίτους κατά τον χρόνο ισχύος της σύμβασης εργασίας, όταν η σύμβαση εργασίας αυτή βέβαια ήταν ενεργός. Η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας μπορεί να αρθεί με την εκ νέου απασχόληση του απολυθέντος εργαζομένου ή με δήλωση του εργοδότη, ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτού σύμφωνα με τους πριν από την απόλυση όρους της σύμβασης. Για την παύση της υπερημερίας του ο εργοδότης αρκεί να δηλώσει, ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του απολυομένου, χωρίς να απαιτείται να προσφέρει παράλληλα σε αυτόν τους οφειλόμενους έως την ανωτέρω δήλωση μισθούς υπερημερίας. Εντούτοις, στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος, συγχρόνως με την προσφορά της εργασίας του, προβάλλει το δικαίωμα επίσχεσης των καθυστερούμενων μισθών του, τότε η υπερημερία του εργοδότη δεν διακόπτεται, καθόσον ο τελευταίος είναι μεν πρόθυμος να δεχθεί την παροχή που του προσφέρεται, δεν προσφέρει όμως την αντιπαροχή που του ζητείται (άρθρα 325 και 353 ΑΚ). Η τυχόν αμφισβήτηση από την πλευρά του εργαζομένου του κύρους της καταγγελίας επιβάλλεται να εγείρεται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 εδάφιο α&#8217; του ν. 3198/1955, το οποίο προβλέπει ότι κάθε αξίωση του εργαζομένου που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τυγχάνει απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιείται μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την εν τοις πράγμασι λύση της εργασιακής σχέσης.</p>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
<div id="block-webform-client-block-1084" class="block block--webform block--webform-client-block-1084"></div>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
